Featured

Από το Blogger.

[video] Μικρός αστεροειδής διαλύθηκε πάνω από την Αφρική

Ένας μικρός αστεροειδής δύο μέτρων έγινε αντιληπτός το Σάββατο ότι βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης με τη Γη και λίγες ώρες μετά διαλύθηκε στη γήινη ατμόσφαιρα πάνω από τη Μποτσουάνα της Αφρικής, χωρίς να υπάρξουν θύματα ή ζημιές.

Ο διαστημικός βράχος με την ονομασία «2018 LA», που είχε εντοπισθεί από το τηλεσκόπιο Catalina Sky του Πανεπιστημίου της Αριζόνα, εισήλθε στην ατμόσφαιρα του πλανήτη μας με μεγάλη ταχύτητα 17 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο και δημιούργησε μια μπάλα φωτιάς στον ουρανό, καθώς καταστράφηκε.

Ο Πολ Τσόντας, επικεφαλής του Κέντρου Μελετών Κοντινών στη Γη Αντικειμένων της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA), δήλωσε ότι «είναι μόλις η τρίτη φορά που ανακαλύπτεται ένας αστεροειδής να βρίσκεται σε τροχιά σύγκρουσης με τη Γη και η δεύτερη φορά που έγινε δυνατό να προβλεφθεί η τοποθεσία της πρόσκρουσης».
Ο πρώτος αστεροειδής που είχε ανιχνευθεί ότι πρόκειται να πέσει στον πλανήτη μας, ήταν ο «2008 TC3», διαμέτρου τεσσάρων μέτρων, που ανακαλύφθηκε 19 ώρες πριν την πρόσκρουση, η οποία συνέβη πάνω από το βόρειο Σουδάν.

Η δεύτερη περίπτωση ήταν ο «2014 ΑΑ», ο οποίος ανακαλύφθηκε μόνο λίγες ώρες προτού πέσει στον Ατλαντικό Ωκεανό την 1η Ιανουαρίου 2014. Και τις τρεις φορές η ανίχνευση έχει γίνει από το ίδιο τηλεσκόπιο Catalina Sky Survey και μάλιστα στη βάρδια του ίδιου παρατηρητή, του Ρίτσαρντ Κοβάλσκι.

Διαβάστε περισσότερα

Οι πρώτοι άνθρωποι στην Αμερική




Οι πρώτοι άνθρωποι που έφτασαν στην Αμερική ήταν 70 άνδρες και οι οικογένειές τους, αποκαλύπτει γενετική ανάλυση σε Ινδιάνους και ασιάτες συγγενείς τους.
περίπου 200 άτομα κατάφεραν να ολοκληρώσουν το ταξίδι, το οποίο πιστεύεται ότι πραγματοποιήθηκε πριν από 14.000 χρόνια διαμέσου μιας γέφυρας ξηράς ανάμεσα στη Σιβηρία και την Αλάσκα, η οποία αργότερα καταποντίστηκε.
η διαδρομή μέσα από τους πάγους πρέπει πάντως να ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.


Όπως εξηγεί το Nature.com, η Τζόντι Χέι, και οι συνεργάτες του στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσι ανέλυσε δείγματα αυτόχθονων Αμερικανών και πληθυσμών από τη βορειοανατολική Ασία και συνέκρινε εννέα περιοχές του DNA τους.

Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι ο προγονικός ασιατικός πληθυσμός αριθμούσε περίπου 9.000 άτομα σε αναπαραγωγική ηλικία, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός των Ινδιάνων ήταν 99% μικρότερος.
Πάντως η Δρ Χέι τονίζει ότι η έρευνά της δεν δίνει πλήρη εικόνα.
Εκτός από τη συγκεκριμένη μετανάστευση που εξετάστηκε, πιθανότατα υπήρξαν και άλλα κύματα αποίκων, που έφτασαν στην ήπειρο μετά τους Ασιάτες.

Πάντως από τη στιγμή που έφτασαν στην Αμερική, οι άποικοι αυξήθηκαν ταχύτητα σε αριθμό και εξαπλώθηκαν και στη Νότιο Αμερική.
Αρχαιολογικά ευρήματα από το Μόντε Βέρντε της Χιλής υποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι έφτασαν εκεί λίγους μόνο αιώνες μετά την άφιξή τους στην ήπειρο.
Παραμένει άγνωστο, ωστόσο, αν οι πρώτοι άποικοι επέστρεψαν στην Ασία και αναπαρήχθησαν εκεί, καθώς και αν αργότερα υπήρξαν μεγαλύτερα κύματα μετανάστευσης.
Η έρευνα δημοσιεύεται στην επιθεώρηση PLoS Biology.

alitoteam
Διαβάστε περισσότερα

Μανδαίοι, ο τέταρτος λαός της Βίβλου

«...Εκατό χιλιάδες χρόνια μετά την δεύτερη καταστροφή του κόσμου από τη φωτιά, τριακόσια χρόνια πριν από τον κατακλυσμό, ο Οίκος του Φωτός έδωσε εντολή στον Νοχ να κατασκευάσει μια ξύλινη κιβωτό, «καβίλα», γιατί ο κόσμος θα καταστραφεί με το νερό.

 Όταν, λοιπόν, ο Χίβελ Ζίβα είπε στον Νοχ ότι ο κόσμος θα αφανιστεί κάτω από τα νερά, εκείνος έκοψε ξυλεία και έφερε σανταλόξυλα από τα όρη του Χαράν κι έκτισε την κιβωτό του. Η κιβωτός ονομάζεται στη μανδαϊκή γλώσσα «καβίλα» ή «ανάνα». Ήταν τετράγωνη, είχε μήκος τριάντα μπράτσα (gama), πλάτος τριάντα μπράτσα και ύψος τριάντα μπράτσα.»

Όταν τελείωσε τη κατασκευή, περίπου τριακόσια χρόνια πριν από τον κατακλυσμό ζήτησε από τον Χίβελ Ζίβα να του δώσει ένα σημάδι για να ξέρει πότε άρχιζε ο κατακλυσμός. Εκείνος του μήνυσε πως όταν ένα πράσινος βλαστός καλαμιού φανεί μέσα στον φούρνο, τότε θα είναι ο καιρός.

»Πέρασαν τριακόσια χρόνια και μια μέρα η Ανχάρ, η νύφη του Νοχ, η γυναίκα δηλαδή του γιου του Σαμ, καθώς έβαζε αναμμένες καλαμιές μέσα στο ταντούρι (τον κάθετο φούρνο) για να τον πυρώσει και να βάλει μέσα τις πίτες να ψηθούν, είδε μέσα στις φλόγες ένα πράσινο βλαστάρι. Το έκοψε και το πήγε στον Νοχ, τον πατέρα του άνδρα της. Εκείνος όταν το είδε και του είπαν που βρέθηκε, θυμήθηκε και η ψυχή του αναταράχθηκε.

»Ευθύς συγκέντρωσε από όλα τα ζώα ένα ζευγάρι και τα έβαλε μέσα στην καβίλα (κιβωτό) από ένα άνοιγμα που είχε φτιάξει στο πάνω μέρος. Μάζεψε ακόμα αγρίμια όπως είναι τα λιοντάρια, τα καπλάνια, οι λαγοί και τα ζαρκάδια, και μαζί με τη νύφη του μπήκαν όλοι μέσα στην κιβωτό και σφράγισαν το άνοιγμα. Δεν βρήκαν όμως τον Σαμ που είχε μακρύνει μέσα στις ερημιές και βοσκούσε τα κοπάδια τους και έτσι τον άφησαν έξω. Οι ουρανοί σκοτείνιασαν, άστραψε, βρόντηξε και άρχισε να πέφτει η βροχή. Έβρεχε ασταμάτητα για σαράντα δύο μερόνυκτα, τα νερά κατέβαιναν από τα Ουράνια και τα νερά της γης ανέβαιναν στα ύψη. Ο Σαμ για να αποφύγει τη πλημμύρα τράβηξε τα κοπάδια και τα ανέβαζε στα βουνά. Τα νερά φούσκωναν όμως και τελικά έπνιξαν τα πρόβατα, όπως έπνιξαν και όλα τα άλλα πλάσματα της γης. Εκεί όμως στα ψηλά ο Σαμ είδε τη κιβωτό να πλέει, σκαρφάλωσε, κολύμπησε, αγωνίστηκε και τελικά την έφτασε και πιάστηκε πάνω της. Τη βρήκε όμως στεγανά κλειστή και αναγκάστηκε να ανέβει να καθίσει πάνω στη στέγη της, εκεί βρήκε καταφύγιο και έμεινε κάτω από τη βροχή.

»Για έντεκα μήνες η κιβωτός- καβίλα έπλεε και τα νερά τη πήγαιναν άλλοτε δεξιά και άλλοτε αριστερά, και δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά η απεραντοσύνη των νερών με τη κιβωτό να πλέει πάνω της. Και πάνω στην κιβωτό ήταν ο Σαμ που τον προστάτευε ο Χίβελ Ζίβα, και του έφερνε τις κανονικές ώρες τροφή και εκείνος έτρωγε. Και πάντοτε πριν φαει έπλενε τα χέρια του και έκανε τα πρέποντα, όλα εκείνα δηλαδή που οφείλει να κάνει ένας ιερέας (tarmida) κάθε ημέρα. Τα νερά σκέπασαν τα βουνά και οι χώρες με τις πόλεις και τις εξοχές, με τους ανθρώπους και τα ζώα, όλα αφανίστηκαν, ενώ ο άνεμος έσπρωχνε την κιβωτό. Τελικά η καβίλα έφτασε πάνω από τα μέρη της Αιγύπτου και σταμάτησε τη περιπλάνησή της.

»Ο Νοχ που ένιωσε πως κάτι άλλαξε και πως τα νερά πρέπει να άρχισαν να χαμηλώνουν, άνοιξε ένα παράθυρο και έβγαλε το κοράκι, λέγοντάς του «Τράβα, πέτα τριγύρω και φέρε μου νέα απ' τον κόσμο». Το κοράκι πέταξε, αλλά βλέποντας ένα πτώμα να επιπλέει στο νερό, ξέχασε τα λόγια του Νοχ κι άρχισε να το τρώει. Περίμενε ο Νοχ, αλλά βλέποντας πως το κοράκι δεν επέστρεφε, απελευθέρωσε μια περιστερά (γιάουνα). Εκείνη πέταξε, είδε το κοράκι να τρώει το mώμα κι ένα δέντρο ελιάς να εξέχει απ' τα νερά. Πήρε ένα κλαδί στο ράμφος της κι επέστρεψε στον Νοχ. Εκείνος πήρε το κλαδί, τη φίλησε και βγήκε απ' την κιβωτό μαζί με τη νύφη του. Τότε είδαν τον Σαμ να κάθεται στην οροφή της κιβωτού.

»'Κατέβα!' του φώναξε ο Νοχ 'Είμαι ο πατέρας σου κι εδώ είναι η γυναίκα σου!'. Ο Σαμ κατέβηκε, αγκάλιασε τη σύζυγό του και τον πατέρα του κι ευχαρίστησε τον Οίκο της Ζωής για την ασφάλεια και την υγεία που τους παρείχε. Κατόπιν έφτιαξε μια καλύβα από πηλό για να ζήσει, ενώ ο Νοχ προχώρησε για να ευφρανθεί επί της γης, να περπατήσει και να συνέλθει. Τότε ήλθε η Ρουχά, είδε τον Νοχ και πήρε τη μορφή της συζύγου του. Τον χαιρέτησε λέγοντας: 'Είμαι η Ανχουραίτα, η σύζυγός σου!' Την πήρε, τη γονιμοποίησε κι εκείνη του 'δωσε τρεις γιους, τονΧαμ, τον Γιαμ, και τον Γιαφέτ. Αυτοί ήταν οι πατέρες της ανθρώπινης φυλής. Ο Χαμ έγινε πατέρας των μαύρων, των αμπίντ ή σκλάβων. Ο Γιαμ έγινε πατέρας των λευκών εθνών, του Αβραάμ και των lουδαίων και ο Γιαφέτ των περιπλανώμενων αθίγγανων (Καουλιγιάχ). 'Ομως, ο Σαμ και η σύζυγός του Ανχάρ είναι οι προγεννήτορες των Μαντάι (Μανδαίων). 'Εξι χιλιόδες χρόνια αργότερα οι πλανήτες, που είναι παιδιά της Ρούχα και του Ουρ, έκτισαν τον Ιερό Οίκο, δηλαδή την Ουρ Σαλάμ (Ιερουσαλήμ). Η Κ'άμπα χτίστηκε από τον Αβραόμ. Στην Ιερουσαλήμ η Ρουχά έδωσε μερίδιο από το βασίλειό της στον Μουζά (Μωυσή) των Μπένι lσραήλ (Γιων του lσραήλ). Ο Μουζά ήταν ενάντιος στους Μαντάι και είχε διαφωνήσει μαζί τους στην Aίγυπτο. Ο Αρντβάν Μελκά των Μαντάι είχε ένα όραμα κι άκουσε μια φωνή να 'ρχεται από τον Οίκο της Ζωής λέγοντας, 'Σήκω, φύγε από τούτον τον τόπο για την υγεία και την ευημερία σου'. 'Ετσι κι έκανε. Πήρε τους Μανδαίους κι έφυγαν από την Aίγυπτο. 'Εφθασαν στη θάλασσα κι εκείνη κόπηκε στα δύο, ανοίγοντας δρόμο με υδάτινα βουνά στις δυο πλευρές του. Μ' αυτόν τον τρόπο έφυγαν απ' την Αίγυπτο. 'Ομως, ο Φιρούκχ Μελκά, αδελφός του Αρντβάν Μελκά, παρέμεινε στην Αίγυπτο μαχόμενος με τους lουδαίους. Εκείνοι τον περικύκλωσαν, τον νίκησαν και τον εξανάγκασαν σε φυγή. Βλέποντας το δρόμο ανάμεσα στη θάλασσα ανοιχτό, πέρασε μαζί με τους ανθρώπους του. Στη μέση όμως της θάλασσας τα υδάτινα βουνά έκλεισαν από πάνω τους και όλοι πνίγηκαν.

»Ο Αρντβάν Μελκά με τους εξήντα χιλιάδες Μαντάι ταξίδεψαν, έως ότου έφθασαν στην Τ'ούρα ντ Μαντάι. Το βουνό άνοιξε, γιατί ήταν ψηλό, μεγάλο και αδιάβατο. Εκείνοι πέρασαν και βρέθηκαν πίσω του. Το βουνό έκλεισε και ο Χίβελ Ζίβα είπε στον Αρντβάν Μελκά: 'Μείνε εδώ μαζί με τους Μανδαίους. Τα Δώδεκα (Σημεία του Ζωδιακού) και οι Eπτά (Πλάνήτες) δε θα σας κυβερνούν πια'. Ο Μουζά τους καταδίωξε, αλλά σαν έφθασε στο Τούρα ντ Μαντάι, δεν μπορούσε να προχωρήσει περισσότερο και τράβηξε για την Ουρ Σαλάμ.

»Εκεί (στην Ουρ Σαλάμ) ζούσαν οι lουδαίοι, έως ότου γεννήθηκε ανάμεσά τους ο Γιαχία (Ιωάννης ο Bαπτιστής) από την lνοσβέι. Ο Ζακχαρία και η lνοσβέι ήταν και οι δύο γέροντες, αλλά η lνοσβέι ήπιε νερό κι έμεινε έγκυος. 'Ενας από τους lουδαίους ονειρεύθηκε ότι ο Ζακχαρία θα γινόταν πατέρας και ότι ο γιος του θα γινόταν προφήτης κι έτσι τον περίμεναν για να τον σκοτώσουν...».

Αυτό είναι ένα μέρος του κοσμογονικού μύθου των Μανδαίων, ο οποίος είναι διαφορετικός σε αρκετά σημεία από εκείνον της εβραϊκής παράδοσης. Μαζί με το μύθο της Δημιουργίας του Ανθρώπου από τη Ρουχά και τον Πταχίλ συνθέτουν τον κεντρικό κορμό της μόνης ζωντανής γνωστική ς θρησκείας, με 30.000 περίπου αφοσιωμένους πιστούς στο βόρειο Ιράκ και το βορειοδυτικό Ιράν και άλλους 30.000 διασκορπισμένους σε άλλες χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Συχνά ονομάζονται Χριστιανοί του Αγίου Ιωάννη (Βαπτιστή), ο οποίος θεωρείται πολύ ιερό πρόσωπο αλλά όχι αναπόσπαστο κομμάτι της θεολογίας τους. Το όνομά τους προέρχεται από την αραμαϊκή λέξη μάντα που σημαίνει γνώση. Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής είναι κεντρικό πρόσωπο των διδασκαλιών, αντιπροσωπευτικό της μανδαϊκής πίστης. Ο Ιησούς είναι επίσης κεντρικό πρόσωπο, αλλά παίζει έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο απ' ό, τι στο Χριστιανισμό και το Μωαμεθανισμό.

Το κεντρικό θρησκευτικό βιβλίο των Μανδαίων είναι η Γκινζά, «ο Θησαυρός», που περιέχει μυθολογικές, θεολογικές και ηθικές αφηγήσεις, καθώς και ύμνους που χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία των νεκρών. Υπάρχουν πολλά άλλα, λιγότέρο κεντρικά έργα, γραμμένα κυρίως στην ανατολική Αραμαϊκή ή Μανδαϊκά, όπως ονομάζονται Το περιεχόμενό τους ποικίλει και πολλά έχουν μαγικά κείμενα και εξορκισμούς. Η συλλογή των βιβλίων ξεκίνησε τηνεποχή του Ισλάμ και σύντομα οι Μανδαίοιταίριαξαν με την κορανική άποψη για τους Σαβαίους, τους «βαπτιστές». Το Βάπτισμα είναι κεντρικό θέμα της λατρείας των Μανδαίων, ενώ το μανδαϊκό ιερό, το Μάντι, είναι ένας πολύ απλός και μικρός οίκος με επικλινή οροφή. Εμπρός του βρίσκεται μια μικρή δεξαμενή, η οποία συνδέεται με το γειτονικό ποτάμι. Το εκάστοτε ποτάμι ονομάζεται «Ιορδάνης» και χρησιμοποιείται για το βάπτισμα. Η όλη περιοχή περιβάλλεται από έναν υψηλό φράκτη ή τοίχο και το βάπτισμα τελείται Κυριακές, ενώ κάθε πιστός βαπτίζεται αρκετές φορές κάθε χρόνο. Το μανδαϊκό βάπτισμα μπορεί να συγκριθεί με τη χριστιανική κοινωνία και την ισλαμική προσευχή, σαλμπτ.

Άλλο κεντρικό τυπικό της μανδαϊκής θρησκείας είναι η λειτουργία των νεκρών, με απ αγγελίες στίχων από το Γκίνζα. Η ψυχή απελευθερώνεται από το σώμα την τρίτη ημέρα από τη στιγμή του θανάτου, ενώστην όλη διαδικασία παίζουν κεντρικό ρόλο τα γεύματα. Οι παραδοσιακοί μανδαϊκοί τάφοι δε στολίζονται, καθώς το μόνο που φέρουν είναι το σκοτεινό σώμα. Ωστόσο, σε μεταγενέστερες εποχές αυτά τα έθιμα προσαρμόστηκαν σε μωαμεθανικά έθιμα. Τα ήθη των Μανδαίων δεν είναι όλα πολύ διαφορετικά από εκείνα των lουδαίων και οι νόμοι τους εφαρμόζονται από όλους, άνδρες ή γυναίκες, αρχηγούς ή μη. Τα σημαντικότερα αφορούν στη μονογαμία, τους διαιτητικούς κανόνες και την ελεημοσύνη.

Σύμφωνα με τους Μανδαίους ο κόσμος είναι αποτέλεσμα δύο δυνάμεων, του κόσμου του φωτός, που βρίσκεται στο βορρά, και του κόσμου του σκότους, που βρίσκεται στο νότο. Και για τους δύο κόσμους υπάρχουν κυβερνήτες, ενώ γύρω από τουςκυβερνήτες απλώνονται μικρότεροι θεοί, οι βασιλείς. Οι δύο δυνάμεις αντιμάχονται μεταξύ τους και εξαιτίας της διαμάχης τους δημιουργήθηκε ο κόσμος, δίχως τη συναίνεση του κυβερνήτη του φωτός. Ο άνθρωπος, σύμφωνα με τα πιστεύω τους, δημιουργήθηκε από τις δυνάμεις του σκότους. Ωστόσο, μέσα σε κάθε άνθρωπο υπάρχει ένας «κρυμμένος Αδάμ», η ψυχή, που προέρχεται από τον κόσμο του φωτός.

Η στιγμή του θανάτου είναι η μέρα της απελευθέρωσης. Η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα και ξεκινά ένα επικίνδυνο ταξίδι στα βασίλεια του φωτός. Μόνον οι Μανδαίοι και οι αναμάρτητοι καταφέρνουν να φέρουν σε πέρας τούτο το ταξίδι. 'Ολοι οι άλλοι καταλήγουν στην κόλαση. Μια κόλαση, όμως, που δεν είναι αιώνια, καθώς στο τέλος του κόσμου θα έλθει η κρίση και όλοι θα υψωθούν στα βασίλεια του φωτός.

Τα Ιστορικά Στοιχεία

Η προέλευση της μανδαϊκής θρησκείας είναι δύσκολο να ανιχνευθεί, καθώς είναι πολλά τα στοιχεία που λείπουν. Το πιθανότερο είναι πως οι Μανδαίοι ανήκουν σε μια προ-χριστιανική εποχή, αν και αρκετοί ιστορικοί τοποθετούν την προέλευσή τους στον 1ο ή 2ο μ.Χ. αιώνα. Υφίσταται, επίσης, η εκδοχή ότι ιδρυτής της σέκτας είναι ο ίδιος ο Ιωάννης ο Bαπτιστής, ή ότι είναι συνέχεια της σέκτας στην οποία ανήκε ο Ιωάννης, δηλαδή των Εσσαίων. Στοιχεία της γλώσσας τους, ωστόσο, υποδεικνύουν ιουδαϊκή προέλευση. 'Ενα από τα κείμενα των Μανδαίων μιλά για τη φυγή των «Ναζαρηνών» ή «Ναζωραίων» από τις περιοχές του Ιορδάνη, κατά την εποχή των ιουδαϊκών πολέμων και της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, περίπου το 70 μ.Χ. Οι Μανδαίοι φαίνεται πως κατείχαν ισχυρή θέση στη Βαβυλώνα, αλλά την έχασαν με την εμφάνιση των Σασσανιδών, το έτος 226 μ.Χ. Στην εποχή του Μάνη υπήρξαν πολλές επαφές ανάμεσα σε αυτόν και τους Μανδαίους, άλλοτε φιλικές και άλλοτε εχθρικές, Με την άφιξη του Ισλάμ στο Ιράκ, το 636 μ.Χ, οι Μανδαίοι θεωρήθηκαν ως ο τρίτος «λαός της βίβλου», οι μυστηριώδεις Σαβαίοι του Κορανίου. Ώμως, οι σχέσεις των Μανδαίων με το Ισλάμ δεν ήταν οι καλύτερες, καθώς ο Μωάμεθ επονομάζεται στα κείμενά τους «δαίμων Μπιζμπάτ». Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να μετακινηθούν στις βαλτώδεις περιοχές του βόρειου Ιράκ, όπου παρέμειναν επί μακρό χρονικό διάστημα.

Μόλις τον περασμένο αιώνα άρχισαν να επιστρέφουν στις πόλεις, ιδιαίτερα τη Νασιρίγια, τη Βαγδάτη και την Μπάσρα, όπου πολλοί εργάζονταν ως την αμερικανική επέμβαση ως αργυροχρυσοχόοι, σιδηρουργοί και ναυπηγοί. Μανδαίοι, επίσης, βρίσκονται σε μικρότερες πόλεις ανάμεσα στη Βαγδάτη και την Μπάσρα, καθώς και σε πόλεις του νοτιοδυτικού Ιράν, όπως η Αχβάζ και η Σουστάρ.

Σήμερα η μανδαϊκή θεολογία απειλείται σοβαρά, καθώς είναι δύσκολη η στρατολόγηση νέων ιερέων και πολλές θέσεις μένουν κενές, Οι Μανδαίοι έχουν συνήθως υψηλή εκπαίδευση, αλλά γνωρίζουν λίγα για την παλιά γλώσσα και τις γραφές, ενώ σπάνια παρακολουθούν τελετουργίες, κυρίως γάμους, Ωστόσο, είναι υπερήφανοι για την κληρονομιά τους και συχνά ισχυρίζονται πως ανήκουν σε μια θρησκεία παλαιότερη από τον Ιουδαϊσμό, το Χριστιανισμό και το Ισλάμ.

Βασικές Πίστεις των Μανδαίων

Οι Μανδαίοι πιστεύουν σε ένα Θεό, τον οποίο αποκαλούν «Χαγί», δηλαδή «Ζωντανό» ή 'Ζωή», εξ ου και ο Οίκος της Ζωής που αναφέρεται συχνά στα ιερά τους κείμενα. Το Βάπτισμα αντιπροσωπεύει την κατεξοχήν τελετουργική επικοινωνία τους μετο Θείο, μέσω του ζώντος ύδατος, μιας ιδέας που απαντάται μαζί με την άποψη περί του ενδύματος της ψυχής στην ερμητική και αλχημική παράδοση. Το ζων ύδωρ είναι εκείνο που μπορεί να καθαρίσει τον πιστό μετά τη σεξουαλική επαφή, τη γυναίκα μετά την έμμηνο ρύση, εκείνον που άγγιξε κάποιο πτώμα. Επίσης, πιστεύουν στη μεταθανάτια ζωή, στην οποία υπάρχει η ιδέα της ανταμοιβής ή της τιμωρίας. Ο αμαρτωλός τιμωρείται στην αλ-Ματαράθι και κατόπιν εισέρχεται στον Παράδεισο. Η ιδέα της αιώνιας τιμωρίας εκλείπει παντελώς, γιατί ο Θεός θεωρείται φιλεύσπλαχνος και ελεήμων.

Η μανδαϊκή θρησκεία είναι ηλιακή λατρεία και τούτο φαίνεται από την καθιέρωση της Κυριακής, μιας κατεξοχήν ηλιακής ημέρας, ως ημέρας λατρείας και τέλεσης των τελετουργιών του γάμου και του βαπτίσματος. Ο ήλιος, η σελήνη, τα αστέρια και οι πλανήτες είναι πολύ σημαντικά γιατην τελετουργική και καθημερινή ζωή. Για αυτό οι Μανδαίοι μελέτησαν επί μακρόν την κίνηση των πλανητών και συνδύασαν τηγέννηση με τα αστρολογικά σημεία του Ζωδιακού. Πιστεύουν, επίσης, ότι αυτά τα σώματα επηρεάζουν τον καιρό, τη βροχή, τη γεωργία, τους ανέμους και τις παλίρροιεςκαι για αυτό πρέπει να μελετώνται, Ας σημειώσουμε εδώ ότι εξαιτίας του γεγονότος πως οι Μανδαίοι αντικρίζουν τον πολικό αστέρα κατά τη διάρκεια της προσευχής τους, θεωρήθηκαν αστρολάτρες, αν και κάτι τέτοιο είναι τουλάχιστον υπερβολικό, γιατί παρόλη την ενασχόληση τους οι πλανήτες και τα ουράνια σώματα δεν είναι στοιχεία τα οποία αποφεύγουν να επικαλούνται οι Μανδαίοι στην τελετουργική τους πρακτική.

Ο ασκητισμός, η αυταπάρνηση και η απλότητα είναι στοιχεία απαραίτητα για την ορθή θρησκευτική πρακτική ανάμεσα στους Μανδαίους, Η πώληση της τροφής είναι ανεπιθύμητη, καθώς προορίζεται για εκείνους που την έχουν ανάγκη. Το στόλισμα των τάφων και η επίσκεψη σε νεκροταφεία είναι επίσης απαγορευμένη, καθώς εκεί ενοικεί η σκιά, δηλαδή το σώμα. 'Ενα σώμα το οποίο, ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ζωής του χρειάζεται να παραμένει ακέραιο. Κανένα τμήμα του δεν πρέπει να αποκόβεται και σε τούτη την απαγόρευση περιλαμβάνεται και η περιτομή. Ιερή θεωρείται η χειραψία και λέγεται πως ήταν οι πρώτοι που καθιέρωσαν αυτόν τον τρόπο χαιρετισμού και συμφωνίας, ως σύμβολο σεβασμού και τιμής. Ονομάζουν τη χειραψία «αϊντίντ γκίστα» ή χέρι της τιμής. Συμφωνία που επισφραγίστηκε με χειραψία, δεν επιτρέπεται να αθετηθεί με κανένα τρόπο.

Ο Μανδαίοι τρέφουν μεγάλο σεβασμό για τα ποτάμια και προσπαθούν να ζουν δίπλα τους. Το μεγαλύτερο αμάρτημα που περιγράφεται στα Ιερά Βιβλία τους είναι η ούρηση σε κάποιο ποτάμι. Ωστόσο, εντέλλεται η εναπόθεση της τροφής που απομένει από μία τελετουργία, για να φάνε από αυτήν τα ψάρια του ποταμού. Εκτός από τα ποτάμια υπάρχουν και άλλοι ιεροί τόποι για προσκύνημα. Τέτοιοι θεωρούνται το Αϊν Σαμς στην Αίγυπτο, ο Οίκος του Χαγί στη Μέκα, ο Οίκος του Βράχου στην Ιερουσαλήμ, το τζαμί Ουμαγιάντ στη Δαμασκό, ο ναός του Χαράν κ.ο.κ. Αυτοί οι ιεροί τόποι θεωρούνται πως χτίστηκαν αρχικά από τους Μανδαίους, αλλά αργότερα τους απαγορεύτηκε να τους χρησιμοποιούν ως τόπους προσκυνήματος. Στη μανδαϊκή θρησκεία το ανθρώπινο πνεύμα έχει δύο επίπεδα, το ανώτερο και θείο (νασίμτα) , που έρχεται από το Θεό, και το κατώτερο (ρουχά). Το κατώτερο συνδέεται με τη ζωή και τις επιθυμίες, Για αυτό θεωρείται ως το πνεύμα που εισάγει την έννοια του κακού. Το ανώτερο ενσωματώνει όλες τις θεϊκές επιδράσεις. Καθώς οι δύο δυνάμεις που αντιπροσωπεύουν τα πνεύματα αντιμάχονται, έχει ιδιαίτερη σημασία για τον πιστό να ενδυναμώνει το ανώτερο πνεύμα μέσω των πνευματικών ασκήσεων και την αποχή από το κακό. Εκείνοι που κατορθώνουν να εξυψωθούν στην τάξη των πνευματικά εξελιγμένων ονομάζονται αλ νασουράι. Αρκετοί Μανδαίοι θεωρούν πως ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και πιθανώς ο Ιησούς ανήκαν σε αυτή την υψηλή τάξη. Η ουσία της μανδαϊκής θρησκείας θα μπορούσαμε να πούμε πως βρίσκεται στην αντίληψη για την κάθοδο της ψυχής μέσα στην ύλη. Αντί για άλλα λόγια, θα παραθέσουμε από την Γκινζά, την Ψυχή μέσα στο 'Εγχρωμο 'Ενδυμά της:

Η Ψυχή, η ψυχή μιλά:
Ποιος μ' έριξε στο Τίμπιλ. τη γη.
Ποιος μ' έριξε στο Τίμπιλ, τη γη,
Ποιος με αλυσσόδεσε στον τοίχο;
Ποιος μ' έριξε στη μηχανή του μαρτυρίου,
Που αντιστέκεται στην ολοκλήρωσητου κόσμου;
Ποιος με τύλιξε με αλυσίδες αμέτρητες;
Ποιος μ’ έντυσε με το ένδυμα όλων των Χρωμάτων;


alitoteam
Διαβάστε περισσότερα

Τα μυστήρια του Μίθρα

Τα μυστήρια του Μίθρα αποτέλεσαν κατά τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού τον κύριο θρησκευτικό αντίπαλο, τρόπο τινά, της νεοϊδρυθείσας τότε χριστιανικής εκκλησίας. Μέχρι και τον 3ο μ. Χ. αιώνα είχαν κερδίσει αρκετό έδαφος στον δυτικό κόσμο και έτειναν να γίνουν η κυρίαρχη μυστηριακή θρησκεία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. . Ως καθαρά μιλιταριστική και ανδροκρατούμενη θρησκεία μάλιστα ευνοείτο και από το ρωμαϊκό κατεστημένο. Όπως είπε ο Μάρκος Αυρήλιος, «αν κάποιο θανάσιμο αμάρτημα σταματούσε την ανάπτυξη του Χριστιανισμού, ο κόσμος θα γινόταν μιθραϊκός».

Τα μυστήρια του Μίθρα προερχόμενα από την ανατολή, όπως και ο χριστιανισμός, είχαν ορισμένα χαρακτηριστικά που τα έκαναν να μοιάζουν πολύ με τα χριστιανικά τελετουργικά, γεγονός το οποίο πρόσεξαν οι χριστιανοί Απολογητές και οι πρώτοι εκκλησιαστικοί πατέρες, και προσπάθησαν ο καθένας να το ερμηνεύσει με τον τρόπο του. Οι ερμηνείες που δόθηκαν για αυτές τις ομοιότητες και τις τρανταχτές αντιστοιχίες μεταξύ των τελετουργικών του Χριστιανισμού και των μιθραϊκών μυστηρίων ήταν πάντοτε μεταφυσικής υφής. Σύμφωνα με αυτές ο διάβολος είχε εμπνεύσει μια μίμηση των χριστιανικών μυστηρίων στους λάτρεις του Μίθρα προκειμένου να παρασύρει τους ανθρώπους μακριά από την Εκκλησία. Άρα τα μιθραϊκά τελετουργικά δεν ήταν τίποτε άλλο από δαιμονικές απομιμήσεις των χριστιανικών και απευθύνονταν σε πονηρά πνεύματα. Από αυτές τις θέσεις φαίνεται καθαρά ο πόλεμος που είχε ξεσπάσει μεταξύ της νεοϊθρυθείσας τότε Εκκλησίας και της πολύ δυναμικής, την εποχή εκείνη, μιθραϊκής μυστηριακής λατρείας. Μετά την ήττα του μιθραϊσμού και την καταστροφή των ναών και των λατρευτικών κειμένων του πολλά στοιχεία από το τελετουργικό της μιθραϊκής λατρείας χάθηκαν. Έχοντας γνώση αυτού του κενού και βασιζόμενοι σε όσα στοιχεία έφεραν στο φως οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις και οι ανασκαφές, θα προσπαθήσουμε στην συνέχεια να ανασυνθέσουμε εκείνη την ανατολίτικη μυστηριακή λατρεία που περιελάμβανε πάμπολλα στοιχεία αστρονομίας και αστρολογίας και που διαδόθηκε ευρύτατα για κάποιους αιώνες στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Για να δώσουμε μια πλήρη εικόνα της μυστηριακής λατρείας του Μίθρα θα ξεκινήσουμε από τη αρχαία περσική θρησκεία και μυθολογία όπου βρίσκονται και οι ρίζες της.

Η λατρεία του Μίθρα χρονολογείται από τις αρχές της εμφάνισης του Ινδό-ιρανικού λαού. Στο πανάρχαιο βεδικό πάνθεο, όπως και στην Μηδο-περσική θρησκεία καθώς και σε εκείνη της Αβέστα, ο Μίθρα έχει την θέση του, πότε δίπλα στον Βαρούνα και πότε δίπλα στον Αχούρα-Μάζδα, σαν ένας θεός του φωτός και της αλήθειας. Στην προ-αβεστική θρησκεία της Περσίας, ο Μίθρα καταλαμβάνει την θέση του μεσολαβητή μεταξύ του ανώτερου και φωτεινού κόσμου, όπου κυριαρχεί ο Αχούρα-Μάζδα (Ορμάζδ) και του κατώτερου κόσμου, στον οποίο ασκεί την ολέθρια δραστηριότητα του ο Άνγκρα Μαϊνίου. (Αριμάν) Την περίοδο των Αχαιμενιδών, ο Μίθρα και η θεά Αναχίτα είναι οι κυρίαρχες θεότητες, μαζί με τον Αχούρα Μάζδα. Οι πέρσες βασιλείς τιμούσαν ιδιαιτέρως τον Μίθρα, με τον οποίον μοιράζονταν την βασιλική δόξα, αφού τον επικαλούνταν ως μάρτυρα στους όρκους τους και ως υπερασπιστή τους στις μάχες. Ωστόσο, η θρησκεία των αρχαίων περσών, υπέστη τροποποιήσεις στην Μεσοποταμία και εμποτίστηκε βαθιά από την αστρολογία λόγω της επιρροής των Χαλδαίων σοφών. Μετά την κατάρρευση της περσικής αυτοκρατορίας, η θρησκεία αυτή διατηρήθηκε υπό την νέα μορφή της σε μερικά βασίλεια της Μικράς Ασίας και τότε είναι που σημαδεύτηκε από την ελληνική επίδραση.

Στην Μικρά Ασία ολόκληρο το περσικό θρησκευτικό πάνθεον εξελληνίσθηκε και μαζί με αυτό και ο Μίθρα, του οποίου η φιγούρα περνά ασυζητητί σε πρώτο πλάνο. Την εποχή του εξελληνισμού τους όμως, κατά την οποία ο Ορμάζδ ταυτίσθηκε με τον Δία, ο Αριμάν με τον Άδη, και οι άλλες φιγούρες του περσικού πανθέου αντιστοίχησαν τόσο πολύ με το ελληνικό, ο Μίθρα διατήρησε το όνομα του επειδή ο χαρακτήρας του και το αξίωμα του, δεν είχαν ένα αντίστοιχο τους μεταξύ των ελληνικών θεοτήτων. Εκείνη ακριβώς είναι η στιγμή κατά την οποία δημιουργείται το μεγάλο σύμβολο αυτής της μετοικισμένης θρησκείας, «ο Μίθρα ο ταυροκτόνος», διατηρώντας ωστόσο τον κυρίαρχο μύθο του και την λατρεία του. Ανώτατος θεός παραμένει ο θεός-Ορμάζδ, όμως ο Μίθρα παραμένει ο θεϊκός ήρωας επισκιάζοντας τον Ορμάζδ, του οποίου την θρησκεία οικειοποιήθηκε.

Έτσι ο μιθραϊσμός εξελίχθηκε σε μια εξ’ ολοκλήρου μια μυστηριακή λατρεία που τελείτο μόνο από μυημένους και μόνο για μυημένους. Τα μυστήρια του Μίθρα ήταν τελείως κλειστά. Επρόκειτο για μια λατρεία της αδελφότητας. Από αυτήν την άποψη αυτή ομοιάζει με τον αρχέγονο χριστιανισμό με τους αυστηρούς αποκλεισμούς του και με μια λατρεία εξ’ ολοκλήρου μυστική. Αλλά η οργάνωση των μιθραϊκών αδελφοτήτων ήταν πολύ πιο αυστηρή από ότι εκείνη των χριστιανικών κοινοτήτων.

Οι αδελφότητες του Μίθρα προσηλύτιζαν τα μέλη τους μόνον από τις γραμμές των ανδρών, μη έχοντας κάποια μύηση και για τις γυναίκες. Σε ελάχιστες περιπτώσεις που η συμμετοχή κάποιων γυναικών στην θρησκευτική ζωή της κοινότητας είχε έναν χαρακτήρα πιο ιδιαίτερο, δέχονταν και αυτές έναν μυητικό τίτλο, της «Ύαινας» ή της «Λέαινας». Οι γυναίκες κρατήθηκαν μακριά από τα μυστήρια και δεν είχαν ποτέ έναν ενεργό ρόλο στην τέλεση των θρησκευτικών τελετουργιών, οι οποίες βρίσκονταν στα χέρια των ιερέων, των πριγκίπων και των ηγετών των οικογενειών. Τα ιερά του Μιθραϊσμού.

Η επιλογή των τόπων λατρείας του Μιθραϊσμού είναι απόδειξη μιας πολύ παλιάς καταγωγής που πλησίαζε στην πρωτόγονη βαρβαρότητα. Τα ιερά του Μίθρα ήταν κάποια σπήλαια. Αυτά τα ιερά διατηρούσαν το όνομα των σπηλαίων και προσπαθούσαν να διατηρήσουν εξ’ ίσου τον χαρακτήρα, την μορφή, τις αναλογίες και τις διαστάσεις τους. Υπήρχαν επίσης ακόμα μερικά οικοδομήματα τα οποία ποτέ δεν ήταν ψηλά και των οποίων τα κύριο δωμάτιο ήταν πάντοτε μια κρύπτη, μια αψιδωτή κάμαρα που αναπαριστούσε, όπως λεγόταν, το στερέωμα, αλλά η οποία ονομαζόταν «σπήλαιον» ή «άντρον». Με άλλα λόγια επιδιωκόταν ο ναός να αποτελεί συνεχεία του βραχώδους σπηλαίου όπου υπήρχε στις αρχές το ιερό του Μίθρα. Και αυτό το χαρακτηριστικό έχει την καταγωγή του στην πανάρχαια περίοδο της ιρανικής θρησκείας. Οι πρώτοι λάτρεις του Μίθρα τελειοποίησαν τα άγρια τελετουργικά τους σε τέτοιους απομονωμένους τόπους. Οι πρώτοι Ιέρακες έκραζαν και οι πρώτοι Λέοντες έβγαζαν βρυχηθμούς σε κάποια αληθινά σπήλαια χορεύοντας μαγικούς χορούς και φορώντας τελετουργικές μεταμφιέσεις όπως οι ιθαγενείς της Αυστραλίας ή οι Ινδιάνοι της Αμερικής.

Μια τέτοια επιλογή του ιερού τόπου ίσως να μπορεί να εξηγηθεί από εκείνα που διηγείται ο Κικέρων (Cicero, De Legibus, I, 10), περί των μάγων της Περσίας οι οποίο ισχυρίζονταν ότι οι θεοί δεν δέχονταν να τους χτίσουν ναούς όπου κάποιος θα τους έκλεινε μέσα. Προς χάριν αυτής της αρχής, οι θιασώτες των μυστηρίων άργησαν να αρχίσουν την κατασκευή ναών αφιερωμένων στον Μίθρα, έχοντας κάποιους χώρους λατρείας οι οποίοι θύμιζαν σπήλαιο, το πρωταρχικό ιερό του θεού τους.

Το «σπήλαιον» δεν ήταν ποτέ ένας ναός μεγάλων διαστάσεων, επειδή αποτελούσε την έδρας μιας αδελφότητας. Η αδελφότητα κάποιου «μιθραίου» δεν μπορούσε να είναι μεγαλύτερη από μια εκατοντάδα προσώπων. Το μιθραϊκό ιερό περιλάμβανε έναν προθάλαμο και ένα μικρό σκευοφυλάκιο, μετά ακολουθούσε το κύριο δωμάτιο, η κρύπτη, στην οποία κατέβαινε μια σκάλα. Η κρύπτη ήταν χωρισμένη κατά μήκος σε τρία μέρη, έναν κεντρικό διάδρομο έχοντας ένα μέσο πλάτος 2, 50 μέτρων, που απόληγε στο στασίδι των ιεροτελεστιών και στις δύο πλευρές του βρίσκονταν δύο έδρανα τοποθετημένα κατά μήκος των πλαγίων τοίχων, των οποίων η ανώτατη επιφάνεια, πλάτους περίπου 1, 50 μέτρου, ήταν κεκλιμένη. Εδώ γονυπετούσαν ή ανακλίνονταν οι μύστες για να παρακολουθήσουν τις τελετές και για να λάβουν μέρος στα ιερά συμπόσια. Στο βάθος του ναού ήταν συνήθως διαρρυθμισμένη μια υπερυψωμένη θολωτή αψίδα στην οποία ήταν τοποθετημένη κατά κανόνα η αγαλματένια απεικόνιση του «Μίθρα ταυροκτόνου», συνοδευμένη κάποτε και από άλλες θεϊκές απεικονίσεις. Μπροστά από αυτήν ήταν τοποθετημένα τα θυσιαστήρια στα όποία έκαιγε η ιερή φλόγα.

Η παρουσία απεικονίσεων του Μίθρα του ταυροκτόνου στο βάθος των μιθραίων μας αποκαλύπτει τον πρωταρχικό μύθο αυτής της θρησκείας και πιθανώς, εξ’ ίσου, την πιο επίσημη μεταξύ των θυσιών του, καθώς και την σχέση μεταξύ του μύθου, της τελετουργίας και του δείπνου των μυστών. Σε ένα μιθραίον το πέτρινο ανάγλυφο στο οποίο παριστάνεται ο Μίθρας σκοτώνοντας τον ταύρο είναι τοποθετημένο σε έναν στροφέα και έχει και τις δύο πλευρές λαξεμένες. Στο πίσω μέρος, πίσω από τον ξαπλωμένο στην γη ταύρο, φαίνεται ο Μίθρας και ο Ήλιος να στέκονται όρθιοι. Ο Μίθρας κρατά ένα κέρας πόσεως, ενώ ο Ήλιος του προτείνει ένα σταφύλι. Άλλες φορές, σε έναν από τους δευτερεύοντες πίνακες από τους οποίους είναι περιτριγυρισμένη μερικές φορές η κεντρική σκηνή, φαίνονταν ο Μίθρας και ο Ήλιος ξαπλωμένοι μπροστά σε κάποιο τραπέζι και κρατώντας ο πρώτος ένα κέρας πόσεως ενώ ο άλλος μια κούπα. Επίσης σε ένα άλλο ανάγλυφο πίνακα εμφανίζονται, στην θέση του Μίθρα και του Ήλιου, δύο μύστες καθισμένοι σαν σε μιθραϊκό δείπνο. Αυτές οι σχέσεις και οι αντιστοιχίες δηλώνουν ότι η κύρια απεικόνιση έχει μια άμεση σχέση με την λειτουργία που τελείτο στον ναό ή καλύτερα με τα διάφορα τελετουργικά και τις διάφορες στιγμές κάποιας τελετής.

 
Τελετουργίες της μιθραϊκής λατρείας

Το τελετουργικό των μιθραϊκών αδύτων περιλάμβανε, από την μια μεριά, την κανονισμένη τελετουργία της λατρείας, με τις καθημερινές θρησκευτικές της πρακτικές, με τις περιοδικές και τις ετήσιες ιεροτελεστίες της, και από την άλλη πλευρά, τις λεγόμενες «τελετές της μύησης», συσχετισμένες με την θρησκευτική λατρεία. Κάθε άδυτο υπηρετείτο από έναν ή περισσότερους ιερείς. Ο ιερέας ήταν ένας μύστης που είχε έναν ανώτερο βαθμό, εκείνον του «Πατέρα», μολονότι δεν ήταν όλοι οι «Πατέρες» ιερείς, και τα ιδιαίτερα τελετουργικά των μυήσεων τελούνταν από τους Πατέρες με την βοήθεια των ιερέων, όχι όμως και από τον ιερέα μόνο του. Τα ιδιαίτερα καθήκοντα του ιερέα ήταν, πιθανώς, όπως και στην περίπτωση των μάγων της Περσίας, εκείνα της επίβλεψης για την συντήρηση της αιώνιας φλόγας, της υποχρέωσης του να απευθύνει στον Ήλιο τρεις προσευχές καθημερινά, του να τελεί τις υποδεικνυόμενες θυσίες για ορισμένες ημέρες ή να φροντίζει για την εκτέλεση τους απαγγέλλοντας τις παραδοσιακές ευχές και του να κάνει σπονδές με την ιερή χειρολαβή που έπαιζε έναν ρόλο τόσο σημαντικό στην λειτουργία της Αβέστα.

Οι μιθραϊκές αδελφότητες δεν ήταν καθοδηγούμενες από τους ιερείς, οι οποίοι υπήρχαν στην λατρεία τους αλλά μόνο για τις ανάγκες της λατρείας. Και ο πιο υψηλός βαθμός της μιθραϊκής μύησης, εκείνος του «Πατρός», όπως είπαμε δεν ταυτίζεται με την ιδιότητα του ιερέα-μάγου, αλλά ήταν ανεξάρτητος από εκείνη. Η Αβέστα μας φανερώνει ότι η δύναμη του μαγικού ιερατείου περιοριζότανε στην οργάνωση της επίσημης λατρείας. Αυτό το ιερατείο δεν θα σκεφτόταν ποτέ να συστήσει μερικές αδελφότητες πάνω στις οποίες να είναι κυρίαρχο.

Η λατρεία του Μίθρα είχε μια εβδομάδα, στην οποία οι επτά ημέρες ήταν αφιερωμένες στις επτά πλανητικές θεότητες και στην οποία ήταν αφιερωμένη κατά ιδιαίτερο τρόπο η πρώτη ημέρα, η ημέρα του Ηλίου. Υπήρχαν ακόμα και μερικοί εποχιακοί εορτασμοί, μεταξύ των οποίων διακρίνονται η γέννηση του Ηλίου, στο χειμερινό ηλιοστάσιο, στις 25 Δεκεμβρίου, καθώς και μια άλλη σημαντική γιορτή στην ισημερία της άνοιξης, επειδή σε αυτήν την περίοδο του έτους φαίνεται ότι γίνονταν συνήθως οι μυήσεις.

Η μύηση στα μιθραϊκά μυστήρια

Η μύηση στα μιθραϊκά μυστήρια είχε έντονο το στοιχείο του αποκρυφισμού. Με την μύηση το νέο μέλος δεσμευόταν ότι δεν αποκαλύψει την εσωτερική διδασκαλία που του εκμυστηρεύονταν και ότι δεν θα κοινολογήσει το μυστικό των τελετουργικών στα οποία συμμετείχε. Η μιθραϊκή μύηση ήταν πολύ επηρεασμένη από τα μαγικά τελετουργικά της ανατολής. Μπορεί βέβαια τα μυστήρια να είναι μια θρησκεία και όχι μια μαγεία, και οι δύο τύποι μύησης να είναι διαφορετικοί, αλλά από την άλλη μεριά, η μαγεία δεν ήταν ξένη στα μυστήρια και οι μάγοι κατείχαν μια πληθώρα από συνταγές για την καταπολέμηση των κακών πνευμάτων.

Μεταξύ των προϋποθέσεων οι οποίες απαιτούνταν για την μύηση απαριθμούνται μερικές «δοκιμασίες» αρκετά δύσκολες. Ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιαζηνός μιλά περί «βασανισμών και μυστικιστικών καυτηριασμών» στους οποίους υποβάλλονταν οι πιστοί του Μίθρα. Εκείνα τα εγκαύματα δεν είναι τίποτα άλλο παρά το σημάδι που έθεταν στο μέτωπο τους οι μυούμενοι στον βαθμό του Στρατιώτη όπως θα δούμε παρακάτω. Σύμφωνα με έναν σχολιασμό του Αγίου Γρηγορίου, οι βασανισμοί συνίσταντο στην δοκιμασία με την βοήθεια του νερού, της φωτιάς, του χιονιού, της πείνας, της δίψας και κάποιων εκτεταμένων αγώνων. Τηρούνταν αναμφισβήτητα η νηστεία και η εγκράτεια. Το μυητικό τελετουργικό διατηρούσε ορισμένες αιματηρές τελετές και αναπαραστάσεις κάποιων αγώνων στους οποίους υποβάλλονταν μύστες και μυούμενοι.

Ο ιστορικός Λαμπρίδιος γράφει σχετικά με τον Κόμοδο, ότι αυτός ο αυτοκράτορας τέλεσε τα μυστήρια του Μίθρα με έναν αληθινό φόνο, την εποχή που, σύμφωνα με το έθιμο, θα έπρεπε μόνο να μιμούνταν κάτι τέτοιο. Η πληροφορία φαίνεται να είναι αξιόπιστη: υπήρχε στα αλήθεια μια προσποίηση φόνου που διαπράτετο από τον μύστη ή ενώπιον αυτού, ή ίσως ακόμα και από πάνω του. Ο Κόμοδος τελώντας τα τελετουργικά πιθανώς με την ιδιότητα του «Πατρός» και εξ’ αφορμής της μύησης κάποιου «Στρατιώτη», θα δολοφόνησε τον υποψήφιο ενώ έπρεπε μόνο να προσποιηθεί ότι τον σκότωνε. Πιθανώς δεν επρόκειτο για προσποίηση ενός συνηθισμένου φόνου ούτε μιας ανθρωποθυσίας που προσφερόταν άμεσα στον θεό, αλλά μάλλον ενός αγώνα ο οποίος μπορούσε να έχει εξ’ αρχής μια σημασία μαγικό-θρησκευτική. Και μόνο με την έννοια αυτή ο θάνατος κάποιου νικημένου θα μπορούσε να θεωρηθεί μια ανθρωποθυσία. Αργότερα, ο αγώνας αυτός μετασχηματίσθηκε σε μια δοκιμασία περισσότερο ή λιγώτερο επικίνδυνη και κατά συνεπείαν σε ένα λειτουργικό μύθευμα. Αλλά ο Κόμοδος διέπραξε έναν αληθινό φόνο επειδή ο υποψήφιος δεν υπερασπίσθηκε τον εαυτό του. Ο ιστορικός Λαμπρίδιος λέει καθαρά ότι δεν επρόκειτο παρά μόνο για την προσποίηση κάποιας θανάτωσης και δεν είχε υπόψη μια ανθρωποθυσία. Η πανάρχαια θρησκεία των Περσών ωστόσο γνώριζε ανθρωποθυσίες, τελούμενες, όπως φαίνεται, κυρίως στην λατρεία του Αριμάν. (Ηροδότου, VII, 113-114). Τις ανθρωποθυσίες των Περσών μάγων επιβεβαιώνει και ο Λατίνος ιστορικός Πλίνιος, όμως την εποχή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δεν γίνονταν πλέον ανθρωποθυσίες στα πλαίσια των μυστηρίων.

Σύμφωνα με τον Λαμπρίδιο ο Κόμοδος είχε σκοτώσει λιοντάρια και ανθρώπους, καθώς και μερικούς σακάτες και από τα δύο πόδια μετημφιεσμένους σε δράκοντες οι οποίοι φορούσαν τεχνητές ουρές κατασκευασμένες από πανί. Το κείμενο είναι αρκετά ασαφές, πιθανώς λόγω του ότι ο ιστορικός δεν καταλάβαινε πολύ καλά τα δεδομένα τα οποία περιέγραφε αλλά η πληροφορία φαίνεται να αναφέρεται στα τελετουργικά των μυστηρίων του Μίθρα, όπου ο αυτοκράτορας Κόμοδος, εξοπλισμένος με ένα ρόπαλο, παριστάνοντας τον Μίθρα που κυνηγούσε αγρία θηρία είχε εξοντώσει στα αλήθεια έναν ορισμένο αριθμό «Λεόντων», αντί να προσποιηθεί ότι τους κυνήγησε. Στα μνημεία δεν αναπαρίσταται το σκηνικό ενός τέτοιου τελετουργικού. Όμως σε ορισμένα ανάγλυφα παρουσιάζεται ο υπέρτατος θεός καταβάλλοντας έναν γίγαντα, έναν άνθρωπο του οποίου το σώμα τελειώνει σε μια ουρά φιδιού. Τον ρόλο αυτού θα έπαιζαν οι σακάτες για τους οποίους μιλά ο Λαμπρίδιος. Φαίνεται ότι πρόθεση του Κόμοδου ήταν να αποδώσει με έναν τρόπο όσο το δυνατόν πιο αληθινό τον αγώνα του Ορμάζδ εναντίων των θηρίων. Είναι ευνόητο ένας χριστιανός συγγραφέας όπως ο άγιος Ιουστίνος να μέμφεται τις τελετές του Μίθρα, για την έλλειψη τους σε σοβαρότητα, υπονοώντας ότι οι υποψήφιοι στην μύηση εμπαίζονταν. Τους περιγράφει με τα μάτια δεμένα στο μέσο ενός ξέφρενου πλήθους που σειόταν γύρω τους. «Κάποιοι μιμούνταν τον κρωγμό του ιέρακος και χτυπούσαν τα φτερά τους. Άλλοι έβγαζαν βρυχηθμούς όπως τα λιοντάρια. Κάποιοι μεταξύ των υποψηφίων, έχοντας τα χέρια δεμένα με έντερα κότας, πηδούσαν πάνω από λάκκους γεμάτους με νερό. Ένα άτομο, που έκανε την εμφάνιση του με ένα ξίφος, απέκοπτε τα εντόσθια, ως κάποιος ελευθερωτής. Αλλά ακόμα συνέβαιναν πράγματα πολύ πιο άσχημα.» Οι πιο πολλές πληροφορίες είναι πραγματικές. Οι ανασκαφές απέδειξαν ότι καταναλώνονταν παρά πολλά πουλερικά με την ευκαιρία των τελετών του Μίθρα. Το τελετουργικό των δεμένων χεριών με έντερα πτηνών ήταν πιθανώς μια από αυτές τις δοκιμασίες που αποτελούσαν μέρος της μύησης. Ο άκομψος χαρακτήρας του βεβαιώνει την παλαιότητα του.

Οι επτά βαθμίδες των μυστών

Οι επτά βαθμίδες της μιθραϊκής μύησης είχαν καθορισθεί με βάση τους επτά πλανήτες και αντιστοιχούσαν στις επτά πλανητικές σφαίρες τις οποίες η ψυχή ήταν υποχρεωμένη να διασχίσει για να φθάσει στην κατοικία των μακαρίων. Κατά συνέπεια ο καθορισμός των επτά βαθμίδων των μυστών δεν είναι προγενέστερος της αστρολογικής επίδρασης της Βαβυλώνας.

Ο άγιος Ιερώνυμος γράφοντας στην Λαέτια, είχε την χαρά να της αποδείξει την μιθραίκή μόρφωση του μνημονεύοντας τις επτά βαθμίδες της μιθραϊκής μύησης. Το έτος 377 μ.Χ. ο νομάρχης της Ρώμης Γράκχος προσηλυτισμένος πρόσφατα στον Χριστιανισμό, απέδειξε τον ζήλο του καταστρέφοντας ένα μιθραίο. Ο άγιος Ιερώνυμος υπενθυμίζει αυτό το ευσεβές κατόρθωμα: «Δεν είναι άραγε αλήθεια ότι ο συγγενής σας Γράκχος, του οποίου το όνομα είναι συνώνυμο με την ευγένεια των πατρικίων, της εποχή που ήταν νομάρχης της πόλης κατεδάφισε και κατέστρεψε το άντρο του Μίθρα μαζί με όλες τις θηριώδεις απεικονίσεις που εξυπηρετούσαν στην μύηση του Ιέρακος, του Κρύφιου, του Στρατιώτη, του Λέοντος, του Πέρση, του Ηλιοδρόμου και του Πατρός, γεγονός για το οποίο έλαβε το βάπτισμα του Χριστού, και το οποίο ήταν, για να το πω έτσι, μια εγγύηση της πίστεως του;» (Ep. CVII, ad Laetam.) Οι επιγραφές επιβεβαιώνουν λεπτομερειακά αυτήν την απαρίθμηση. Οι «θηριώδεις μορφές» αποτελούν το σύνολο των λατρευτικών αντικειμένων, αγάλματα και ανάγλυφα απεικονίζονται τις θεότητες, αλλά κυρίως τους πάγκους των μυστών που έφεραν ορισμένα διακριτικά σημάδια σχετικά με τα ονόματα τους. Ο «Ιέραξ» εμφανιζόταν στις τελετουργίες με ένα κεφάλι πουλιού, ενώ ο «Λέοντας» με το μουσούδι του ίδιου ζώου.

Ο Πορφύριος συσχετίζει τις ζωικές επωνυμίες των βαθμίδων μύησης με τα σύμβολα του ζωδίου και με την μετεμψύχωση. Η ιδέα της μετεμψύχωσης δικαιολογείται με την έννοια ότι παρόμοιοι χαρακτηρισμοί προϋποθέτουν την ύπαρξη στην αρχή ενός είδους μυστικιστικής κοινωνίας μεταξύ μιας ανθρώπινης ομάδας και ενός ζωικού είδους. Είναι μια σχέση ανάλογη με εκείνη που υπάρχει στην βάση του τοτεμισμού χωρίς όμως να είναι ακριβώς μια σχέση τοτεμική. Δικαιολογημένα οι Ιερακες και οι Λέοντες του Μίθρα παραβάλλονταν με τις Άρκτους της Αρτέμιδος της Βραυρώνος, με τους Ταύρους του Διονύσου και με τους πώλους της Δήμητρας. Εδώ συναντούμε τα ονόματα περισσότέρων ζώων που υπάρχουν στην υπηρεσία μιας μόνης θεότητας αλλά η αρχή είναι η ίδια. Αρχικά δεν γίνεται λόγος ούτε περί της ιδιαίτερης σχέσης μιας ομάδας με ένα συγκεκριμένο ζώο, όπως στην τοτεμική σχέση, ούτε περί της λατρείας μιας θεότητας αναπαριστάμενης με την μορφή κάποιου ζώου και με το οποίο οι άνθρωποι θα πίστευαν ότι είχαν ταυτισθεί ενδυόμενοι το δέρμα του ζώου στο οποίο ήταν αφιερωμένοι. Στην αρχή, το ίδιο το ζώο ήταν προικισμένο με το πνεύμα, ήταν ένα πνεύμα. Οι άνθρωποι απλώς αποκτούσαν το πνεύμα του είδους στο οποίο το ζώο ανήκε τρώγοντας το κρέας και φορώντας το δέρμα του. Το πνεύμα έχαιρε μιας κάποιας ανεξαρτησίας επέλεγε σε ποιους θα μεταδιδόταν.

Σίγουρα, οι Ιέρακες και οι Κρύφιοι πρέπει να θεωρούνταν κατώτερες βαθμίδες. O Πορφύριος αναφέρει κατά τρόπο σαφή για τους Ιέρακες ότι ήταν «επικουρικοί». Στις αναπαραστάσεις του Μίθρα του ταυροκτόνου εμφανίζεται συχνά ένας Ιέραξ ερχόμενος προς τον θεό και τον οποίον ο Μίθρας φαίνεται κάποιες φορές ότι τον κοιτά. Ο Ιέραξ είναι πιθανώς ο αγγελιαφόρος που αποστέλλεται στον Μίθρα, πιθανώς εκ μέρους του Ηλίου, με την εντολή να θυσιάσει τον ταύρο. Ό ρόλος του συνιστά μιαν ένδειξη αρκετά καθαρή του υφισταμένου λειτουργήματος το οποίο τελούσαν οι Ιέρακες σαν αγγελιοφόροι και σαν υπηρέτες φροντίζοντας για τα ασήμαντα χρειώδη δίπλα στους μύστες κατά την περίοδο της εκτέλεσης της θεϊκής υπηρεσίας. Ο βαθμός τους μπορεί να απονεμετο σε παιδιά μιας και με βεβαιότητα αυτός ήταν κανόνας στους πανάρχαιους χρόνους, όπου η νεανική τάξη αποτελούσε το πρώτο βήμα προς τους ανώτερους βαθμούς.

Περί των Κρύφιων δεν είναι γνωστόν σχεδόν τίποτε, παρά μόνο ότι αυτοί δεν ήταν ορατοί κατά τις τελετουργίες. Δεν απεικονίζονται ούτε στα ανάγλυφα, κάτι που δεν πρέπει να μας εκπλήσσει αφού έμεναν κρυμμένοι. Το όνομα τους προερχόταν από το γεγονός ότι στις συγκεντρώσεις της κοινότητας ήταν «κρυμμένοι από ένα πέπλο». Στην γενική οικονομία των μυστηρίων, αυτή η τάξη, που βρισκόταν μεταξύ της κατηγορίας για τα παιδιά, των Ιεράκων, και της κατηγορίας για τους ενήλικες, των Στρατιωτών, ήταν, τουλάχιστον στην αρχή, η τάξη που προοριζόταν για τους εφήβους που έφταναν στην ηλικία της ήβης και υπόκειντο σε μια ιδιαίτερη κατηγορία, όντες αποχωρισμένοι από τις μητέρες τους μαζί με τις οποίες περνούσαν την παιδική ηλικία, αλλά χωρίς να γίνονται ακόμα αποδεκτοί εξ’ ολοκλήρου στην κοινωνία των ανδρών, καθώς συνηθιζόταν στους περισσότερους απολίτιστους λαούς.

Ο Στρατιώτης ανήκε, όπως φαίνεται στην κατηγορία των λεγομένων μυστών. Στην οικονομία των μυστηρίων, ο τίτλος έχει μια ψηλή θρησκευτική σημασία. Στην παλιά διαμόρφωση των τάξεων των μυστών , οι Στρατιώτες ήταν χωρίς αμφιβολία μια αδελφότητα νεαρών σχηματισμένη από αληθινούς πολεμιστές, που ως αποστολή τους είχαν το κυνήγι και η μάχη. Ο Τερτυλλιανός που φαίνεται να γνώριζε καλά τα μυστήρια του Μίθρα, μιλά επί μακρόν για την μύηση του Στρατιώτη. Ο διάβολος λέει ο Τερτυλλιανός «βαπτίζει ορισμένους από τους πιστούς του. Τους υπόσχεται ότι τα αμαρτήματα τους θα συγχωρεθούν αφότου λουσθούν. Και εάν αναφερθώ ακόμα περισσότερο στον Μίθρα, εκείνος (ο διάβολος) τους σημαδεύει στο μέτωπο τους στρατιώτες του, τελεί την προσφορά του ψωμιού, δίνει μια εικόνα της ανάστασης και της εξωνήσης με την κορώνα και με το σπαθί». Το συμπέρασμα που εξάγεται από εδώ είναι ότι η μύηση των Στρατιωτών περιελάμβανε μια βάπτιση με την ευκαιρία της οποίας έκαναν κάποιο σημάδι στο μέτωπο του μυούμενου.

Ο Τερτυλλιανός θεωρεί ότι το τελετουργικό αυτό σε μεγάλο μέρος ομοιάζει κατά τρόπο εκπληκτικό με το χριστιανικό βάπτισμα, στην δεδομένη περίπτωση με αυτό το «σημάδεμα» που το συνοδεύει και το οποίο αργότερα ονομάσθηκε χρίσμα. Οι πρώτοι ισχυρισμοί του Τερτυλλιανού είναι γενικής τάξης, επειδή ξέρει ότι ο διάβολος βαφτίζει και άλλους εκτός από τους θιασώτες του Μίθρα. Όμως μόνο στην λατρεία του Μίθρα το μέτωπο του μύστη σημαδεύεται με ένα σημάδι στο βάπτισμα, όπως στην Χριστιανική Εκκλησία. Μόνο που ο Μίθρα το έκανε με έναν πιο βίαιο τρόπο από ότι η Εκκλησία. Αυτός σημάδευε τους ανθρώπους του με πυρακτωμμένο σίδερο, όταν ο χριστιανός επίσκοπος ή ιερέας αργότερα αρκείται να κάνει με το δάχτυλό του στο μέτωπο του νεοφύτου το σημείο του σταυρού, ένα σημάδι από λάδι που εξαλείφεται αργότερα και το οποίο ο χριστιανός το επαναλαμβάνει συχνά από μόνος του. Ο σκοπός του τελετουργικού ήταν ο ίδιος: ο Στρατιώτης αφιερωνόταν στον Μίθρα, όπως ο χριστιανός αφιερώνεται στον Χριστό.

Οι πληροφορίες σχετικά με τους Λέοντες είναι λίγες. Ο Τερτυλλιανός τους μνημονεύει μόνο παροδικά όταν μιλά περί της λατρείας των φυσικών στοιχείων στις παγανιστικές θρησκείες: διαπιστώνοντας την ύπαρξη μιας τέτοιας λατρείας στους «μάγους της Περσίας, τους ιεροφάντες της Αιγύπτου και τους γυμνοσοφιστές της Ινδίας», επισημαίνει κατόπιν την ταύτιση των θεών με τα φυσικά στοιχεία και προσθέτει: «Έτσι παρουσιάζονται οι Λέοντες του Μίθρα, ως μυστικιστικοί αντιπρόσωποι της ξηρασίας και του καύσωνα». Από αυτό φαίνεται ότι ο Τερτυλλιανός γνώριζε την θεολογία του Μίθρα τόσο καλά όσο γνώριζε και τα τελετουργικά του. Στο ίδιο πράγμα αναφέρεται ο Πορφύριος, όταν επιβεβαιώνει την χρήση του μέλιτος στην αφιέρωση των Λεόντων: Οι Λέοντες έβαζαν μέλι στην γλώσσα και έχυναν μέλι στα χέρια τους. Σύμφωνα μάλιστα με τον άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, (Or. IV, 52), ο αυτοκράτορας Ιουλιανός μετά την αποστασία του από τον Χριστιανισμό, καθάριζε τα χέρια του με μέλι όταν άγγιζε τον ευχαριστιακό άρτο. Και από αυτήν του την ενέργεια φαινόταν ότι ήταν μυημένος στον Μίθρα.

Το μέλι χρησιμοποιείτο και στην μύηση της επόμενη βαθμίδας, εκείνης του «Πέρση». Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Πορφυρίου, το μέλι δεν έχει μόνο μια καθαρτική ιδιότητα, αλλά και ικανότητα συντήρησης. Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, η χρήση του μέλιτος δικαιολογείται από τον υψηλό βαθμό της μύησης. Υποτίθεται ότι αυτός ο βαθμός της μύησης θα είχε θεσπιστεί για να θυμίζει την περσική καταγωγή της μιθραϊκής λατρείας και για την συμπερίληψη των ξένων προσήλυτων στο περσικό έθνος.

Μετά τον βαθμό του Πέρση ακολουθούσε ο Ηλιοδρόμος. Όπως και ο Μίθρα, ο συγκεκριμένος μύστης, ήταν εξομοιωμένος με τον Ήλιο. Αυτός δεν έτρεχε μπροστά από τον Ήλιο, αλλά ανέβαινε μαζί του στο άρμα του. Η αντίστοιχη μυθική σκηνή φιγουράρει συχνά στους μικρούς πίνακες των ανάγλυφων. Από το άρμα του ο Ήλιος απλώνει το χέρι του στον Μίθρα, που ανεβαίνει δίπλα του. Λοιπόν ο Μίθρας ήταν ο πρώτος του Ηλιοδρόμος, όπως επίσης ήταν και ο πρώτος Πέρσης. Στην οικονομία των μυστηρίων και στην αστρολογική τους ερμηνεία, ο βαθμός αυτός, υπεράνω του οποίου δεν υπάρχει παρά μόνον ο ανώτατος βαθμός, παρουσιάζει τον μύστη στον δρόμο προς τον ουρανό, όπου δεν του μένει πια παρά μόνο να εισδύσει μαζί με τον Μίθρα για να αγγίξει την σφαίρα της θεότητας. Η μυθική σκηνή παρουσιάζει πιθανώς την ανάβαση- ανάληψη του Μίθρα στον ουρανό μετά το πέρας των κατορθωμάτων του και αναπαριστά την υποδοχή των εκλεκτών στον ουρανό του Αχούρα Μάζδα. Εδώ δεν γίνεται λόγος για ευτυχία στον κάτω κόσμο, την κατοικία των θνητών, αλλά για την ευτυχία του ουρανίου κόσμου, της σφαίρας του αιωνίου φωτός.

Ο ανώτατος βαθμός ήταν εκείνος του Πατρός, του οποίου η τάξη, στην ιεραρχική διαβάθμιση αντιστοιχούσε σε εκείνη του Μίθρα στον ουρανό. Ο όρος «Πατήρ» μπορούσε να συναντηθεί παντού και έτσι είναι πιθανόν η υιοθεσία του να μην οφείλετε σε επίδραση των ελληνικών θιάσων. Στην αρχή, οι Πατέρες ήταν πιθανώς οι πιο ηλικιωμένοι, οι σοφοί γέροντες, οι τηρητές των ιερών παραδόσεων της φυλής. Στην οικονομία των μυστηρίων ήταν οι πλήρως μυημένοι, εκείνοι των οποίων η κοινωνία με τον Μίθρα ήταν πλήρης. Επικεφαλής τους ήταν ο «Πατήρ Πατέρων», αδιαφιλονίκητος μεγάλος μαέστρος των τελετών της μύησης και πνευματικός οδηγός ολόκληρης της κοινότητας που ήταν διαβαθμισμένη σε διαφορετικές τάξεις.

Θυσίες στα μυστήρια του Μίθρα

Κρίνοντας από τα ερείπια που ανακαλύφθηκαν στους τόπους όπου τελούνταν οι θυσίες, φαίνεται ότι αυτές ήταν αρκετά πολυάριθμες στην λατρεία του Μίθρα. Οι ανασκαφές φανέρωσαν μια πληθώρα σιδερένιων, ορειχάλκινων και μπρούντζινων μαχαιριών και ακόμα μερικές αλυσίδες που χρησιμοποιούνταν πιθανώς στο δέσιμο των θυμάτων. Θυσιάζονταν βόδια, πρόβατα, κατσίκες, γουρούνια, και ένας μεγάλος αριθμός από κότες. Φαίνεται ότι κάποιες φορές θυσιάζονταν και άγρια ζώα, όπως για παράδειγμα αγριόχοιροι, ελάφια, λύκοι και αλεπούδες. Επειδή αυτό το τελευταίο ζώο ήταν το ζώο του Αριμάν, δεν φανταζόμαστε ότι θα μπορούσε να φιγουράρει σε μια θυσία που θα προσφερόταν στους ουράνιους θεούς. Κατά συνέπεια είμαστε αναγκασμένοι να δεχθούμε ότι οι θιασώτες του Μίθρα τελούσαν και ένα τελετουργικό του Αριμάν και θυσίαζαν προς τιμή του. Εξάλλου, το γεγονός αυτό είναι επιβεβαιωμένο και από τα αφιερώματα στα οποία εμφανίζεται το όνομα του. Όσο αντίθετο να ήταν κάτι τέτοιο με τις αρχές της Αβέστα δεν πρέπει να μας εκπλήττει, επειδή η ύπαρξη της λατρείας του Αριμάν στους αρχαίους Πέρσες είναι επιβεβαιωμένη από τον Ηρόδοτο (Ηροδότου, VII, 113-114) και τον Πλούταρχο (Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 33). Μόνο μια μεταρρύθμιση κυριαρχούμενη από μια θεολογική αρχή θα μπορούσε να στερήσει την έκφραση σεβασμού από έναν θεό τόσο πολύ ισχυρό. Στην παρούσα περίσταση τα μυστήρια δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά μόνον να διατηρούν την αρχαία παράδοση της περσικής λατρείας.

Η θυσία του ταύρου

Η πρώτη θυσία ήταν η θυσία του ταύρου που τελέσθηκε από τον ίδιο τον Μίθρα προσωπικά, και οι πιστοί του συνέχισαν το παράδειγμα του. Η πιο γνωστή μιθραϊκή αναπαράσταση της είναι η εξής: σε ένα σπήλαιο, φαίνεται ο ταύρος πεσμένος στην γη, με τα μπροστινά πόδια διπλωμένα κάτω από αυτόν και με τα πισινά τεντωμένα. Ο Μίθρα στέκεται έχοντας καβαλήσει το ζώο με το αριστερό του γόνατο διπλωμένο και με το δεξί του πόδι απλωμένο πάνω από το δεξί μπούτι του ταύρου. Με το αριστερό του χέρι τραβά προς τα πάνω το πεσμένο ζώο, του οποίου το κεφάλι στρέφεται προς τον ουρανό, και με το δεξί του χέρι του χώνει στο πίσω μέρος του τραχήλου ένα μικρό σπαθί. Ο Μίθρα ο ίδιος έχει το κεφάλι του γυρισμένο, σαν να κοιτάζει πίσω, συχνά με μια περίεργη έκφραση λύπης. Ένας Ιέρακας που υπάρχει στα αριστερά του σκύβει προς αυτόν. Στην αριστερή γωνία εμφανίζεται συχνά η φιγούρα του Ήλιου, ενώ στην δεξιά εκείνη της Σελήνης. Στο κάτω μέρος φαίνεται ένας σκύλος χιμώντας προς το αίμα που αναβλύζει από την πληγή και το ίδιο κάνει ένα φίδι. Ένας σκορπιός πιάνει με τις δαγκάνες του τους όρχεις του ετοιμοθάνατου ζώου και το τσιμπάει με την άκρη της λαβής. Κάποιες φορές συμμετέχει στην σκηνή και ένα μυρμήγκι. Άλλοτε κάτω από τον ταύρο παριστάνεται ένας κρατήρας, βάζο με δύο λαβές, και ένα λιοντάρι φαίνεται να κοιτάζει ή να πίνει από αυτό, ενώ το φίδι φαίνεται να κάνει το ίδιο πράγμα από την αντίθετη μεριά. Από την μια και την άλλη πλευρά στέκονται δύο νέοι άνδρες, ο ένας εκ των δύο, ο Καούτες, κρατώντας έναν σηκωμένο δαυλό, και ο άλλος ο Καουτοπάτες κρατάει έναν δαυλό γερμένο προς την γη, και οι δύο είναι ντυμένοι όπως ο Μίθρας και φέρουν στο κεφάλι το ίδιο είδος σκούφιας. Σαν μια τελευταία λεπτομέρεια, αλλά η οποία πιθανώς δεν είναι και η λιγότερο σημαντική, η ουρά του ταύρου, σηκωμένη πίσω, τελειώνει με μια χεριά στάχυα. Είχαν παρατηρηθεί ακόμα μνημεία στα οποία, αντί για αίμα, από την πληγή του ταύρου χυνόταν στάχυα.

Τα ανάγλυφα συνιστούν μια μαρτυρία του γεγονότος ότι για τον Μίθρα και τον ταύρο πρωταρχικά υπήρχε ένας ολόκληρος μυστικός θρύλος. Η αβεστική παράδοση, διατήρησε τον θρύλο για τον θυσιαζόμενο ταύρο στις αρχές του κόσμου από τον οποίον εμφανίσθηκαν οι πλανήτες. Από το σπέρμα του που συγκεντρώθηκε και καθαρίσθηκε από την σελήνη, γεννήθηκαν όλα τα είδη των ωφέλιμων ζώων. Η ψυχή του ταύρου ανεβαίνοντας μέχρι τους θεούς, έγινε το πνεύμα που προστατεύει τα κοπάδια. Εκείνος ο ταύρος που σκοτώθηκε από τον Μίθρα ήταν ο θεϊκός ταύρος η θυσία του οποίου θα πραγματοποιείτο, σύμφωνα με την αβεστική πίστη, στο τέλος των χρόνων από το χέρι του Σαοσυάντ: τότε το πάχος του θεϊκού ταύρου, ανακατεμένο με τον χυμό του λευκού φυτού haoma, θα γινόταν για τους εκλεκτούς ένα ποτό της αθανασίας. Έτσι ο Μίθρας που με την θυσία του ταύρου έγινε δημιουργός θα γινόταν και σωτήρας.

Συνήθως οι μύθοι δεν έχουν μια λογική πολύ αυστηρή. Όμως η ερμηνεία του μύθου πρέπει να είναι η εξής: Η σκηνή της θυσίας του ταύρου ο οποίος κυνηγιέται και κατόπιν σκοτώνεται αποδεικνύει την αρχαιότητα του μύθου που αντιστοιχεί στις συνήθειες ενός λαού ο οποίος ασχολείτο με το κυνήγι. Σύμφωνα με τον μύθο η εντολή του Ηλίου να θανατωθεί ο ταύρος μεταφέρθηκε στον Μίθρα από τον κόρακα-Ιέρακα και ότι ο Μίθρας παρά την θέληση του την εκτέλεσε. Από εδώ προκύπτει και η παρουσία του Ηλίου σε ορισμένους πίνακες. Εκείνη της Σελήνης οφείλεται παρομοίως στις σχέσεις μεταξύ αυτής και του ταύρου. Οι δορυφόροι του Αριμάν, ο σκορπιός, το μυρμήγκι και το φίδι, εκείνα που προσπαθούσαν να δηλητηριάσουν ή να ρουφήξουν το σπέρμα της ζωής, δεν κατάφεραν να το κάνουν. Οι Καούτες και Καουτοπάτες είναι οι αντικαταστάτες του Μίθρα, ο Καύτης εκπροσωπώντας τον ήλιο ο οποίος ανεβαίνει στην αψίδα ή την μέρα που προχωρεί, από το ηλιοστάσιο του χειμώνα μέχρι την ισημερία της άνοιξης, και ο Καυτοπάτης αναπαριστών τον ήλιο στην παρακμή του ή την ημέρα η οποία μικραίνει. Τα στάχυα από την ουρά του ταύρου μας φανερώνουν ότι το στάρι προέρχεται από τον θυσιασμένο ταύρο, με το στάρι φτιαχνόταν το ψωμί του δείπνου. Η θυσία του ταύρου τοποθετήθηκε στις αρχές του χρόνου σαν αρχή της ζωής στην γη ακριβώς γιατί η αποστολή της ήταν να προκαλέσει την αναγέννηση της φύσης.

Δεν έχει νόημα να ερευνηθεί το πως μπορούσε να θυσιαστεί ένας ταύρος πριν καν να υπάρξουν τα ζώα. Επειδή τότε δεν υπήρχαν ούτε άνθρωποι και δεν υπήρχε ούτε καμμία τάξη των πραγμάτων. Αυτός ο ταύρος πρώτα δεν ήταν τόσο ένα ζώο, όσο ένα ζωντανό πνεύμα, ένα πρωτότυπο του ταύρου της θυσίας, φέρνοντας μέσα του το σπέρμα από το οποίο θα γεννιόνταν όλες οι υπάρξεις. Ταυτόχρονα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ταύρος που θυσιαζόταν κάθε έτος δεν ήταν ένα συνηθισμένο ζώο. Ήταν μια εκδήλωση της παγκόσμιας ζωής, η πιο τέλεια έκφρασή αυτής, σε αυτήν ήταν συμπυκνωμένες, για να το πούμε έτσι, οι ιδιότητες της: και για αυτό, με την μεσολάβηση της θυσίας, αυτές οι ιδιότητες μπορούσαν να διαδοθούν σε ολόκληρη την φύση. Έτσι θεωρείτο ο πρωταρχικός ταύρος. Το θύμα που θυσιαζόταν ετησίως ήταν στην πραγματικότητα θεϊκό, επειδή ο πρωταρχικός ταύρος ήταν κατ’ εξοχή θεϊκός. Όσο για τις συνθήκες της θυσίας του, ήταν το ίδιο νεφελώδεις όπως και ο ταύρος ο ίδιος.

Η μιθραϊκή λειτουργία

Ωστόσο η θυσία του ταύρου, του οποίου ο μύθος φαίνεται να συσχετιζόταν τόσο στενά με το ιερό δείπνο των μυστών, δεν είχε καθόλου, όπως φαίνεται, την έννοια του να παρέχει κρέας για αυτό το γεύμα. Ο πρωταρχικός ταύρος δεν φαγώθηκε και ούτε καν κόπηκε σε κομμάτια: η ζωή εξήλθε από το σώμα του για να μεταδοθεί με γοργότητα στην γη. Ο ταύρος της εσχατολογικής θυσίας δεν πρέπει ούτε καν να διαμελίσθηκε για να τραφούν οι εκλεκτοί. Λέγεται μόνον ότι το λίπος του μπήκε σαν συνθετικό στο ποτό της αθανασίας. Όπως η ουράνια soma στην βεδική μυθολογία, είναι σπέρμα ενός ζωικού θύματος και είναι ταυτισμένο με το φεγγάρι, έτσι και το περσικό haoma είναι το σπέρμα του πρωταρχικού ταύρου. Οι μύθοι αυτοί αφήνουν να εννοηθεί ότι στο τελετουργικό του Μίθρα, το κρέας του θυσιασμένου ταύρου στην μεγάλη θυσία δεν τρωγόταν ποτέ. Στα συστατικά του μιθραϊκού δείπνου περιλαμβάνετο μόνον η θεϊκή ουσία του ταύρου και όχι η φυσική του μορφή και ουσία. Μια τέτοια θυσία είναι λοιπόν τελείως ευσιμβίβαστη με την αποχή από την κατανάλωση κρέατος στα λειτουργικά δείπνα. Όπως θα μπορούσε να είναι το ίδιο ταιριαστή με την άσκηση του ίδιου είδους αποχής και εκτός του ιερού σπηλαίου.

Ο Τερτυλλιανός λέει ότι ο διάβολος σύστησε στα πλαίσια της λατρείας του Μίθρα την «προσφορά του ψωμιού». Όμως η προσφορά των ψωμιών συναντιέται σχεδόν παντού στις αρχαίες λατρείες. Το ότι το συγκεκριμένο μiθραϊκό τελετουργικό είχε μια μεγάλη ομοιότητα με το χριστιανικό αντίστοιχο αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η προσφορά στην μιθραϊκή λατρεία δεν ήταν μια απλή προσφορά, αλλά αποτελούσε το μιθραϊκό ισοδύναμο του χριστιανικού δείπνου και λάμβανε χώρα σε συνθήκες απολύτως όμοιες με εκείνες στις οποίες στις οποίες τελείται το χριστιανικό δείπνο. Αυτή η σχέση εξέπληξε ήδη τον άγιο Ιουστίνο, ο οποίος όπως και ο Τερτυλλιανός, έζησε αρκετά κοντά για πολύ καιρό τον παγανισμό πριν να προσηλυτιστεί στην πίστη του Χριστού. Περιγράφοντας το χριστιανικό δείπνο, στο οποίο δεν έπαιρναν μέρος παρά μόνον οι βαπτισμένοι πιστοί, ο άγιος Ιουστίνος λέει ότι το ψωμί και η κούπα με το κρασί δεν θεωρούνται ότι είναι κοινό ψωμί και ποτό. Όπως μέσω της δύναμης του Θεϊκού Λόγου, ο Ιησούς Χριστός απέκτησε σώμα και αίμα για την σωτηρία των ανθρώπων, το ίδιο και η τροφή η οποία πρέπει να θρέψει το σώμα και το αίμα του πιστού είναι εξαγιασμένη με την προφορά της ευχαριστιακής προσευχής και έγινε σώμα και αίμα του Ενσαρκωμένου Λόγου, όπως μπορούμε να δούμε στις «Πράξεις των Αποστόλων». Και όπως διαβάζει τους λόγους της σύστασης, ο άγιος Ιουστίνος τους ερμηνεύει με τον ακόλουθο τρόπο: «είναι εκείνα που οι κακοί δαίμονες με την μίμηση παρέγραψαν και τα μιμήθηκαν και στα μυστήρια του Μίθρα. Επειδή στις τελετές μύησης παρουσιάζονται το ψωμί και μια κούπα με κρασί, ξαφνικά με ορισμένες μορφές τις οποίες ξέρετε ή μπορείτε να μάθετε». Η πληροφορία είναι ακριβής. Ο άγιος Ιουστίνος γνώριζε τέλεια την μιθραϊκή λατρεία, το τελετουργικά και τις μορφές της. Μπορεί να αποφεύγει να διαβάσει αυτά τα λόγια για να μην σοκάρει υψηλά πρόσωπα στα οποία απευθύνεται επαναλαμβάνοντας μερικές κουβέντες του μυστηρίου, ή ίσως να ενεργεί έτσι ίσως επειδή το περιεχόμενο των τύπων τον έκανε και αυτόν να διστάζει. Οι μιθραϊκοί τύποι ήταν κάποιες μυστικές εκφράσεις ανάλογες με το «Αυτό είναι το σώμα μου», «Αυτό είναι το αίμα μου», που θυμίζουν στον χριστιανό την υψηλή σημασία της Θείας Ευχαριστίας. Ο Τερτυλλιανός χαρακτηρίζει την μιθραϊκή λειτουργία ως προσφορά ψωμιού, και ο άγιος Ιουστίνος ισχυρίζεται ότι το σερβιριζόμενο ποτό ήταν νερό. Μπροστά στους μύστες ήταν τοποθετημένα ψωμιά ενώ εκείνοι ήταν ξαπλωμένοι σε μαξιλάρια που βρίσκονταν κατά μήκος του ναού. Στην συνέχεια τους προσφέρονταν οι κούπες. Οι ιερές ευχές προφέρονταν από αυτούς, ή ίσως από τον «πατέρα των Πατέρων».

Στην πραγματικότητα, η αναλογία ήταν αξιοσημείωτη, επειδή το ιερό ψωμί και το ποτό αναπαριστούσαν την ουσία του ταύρου, του μυστικιστικού ταύρου, του θεϊκού ταύρου ο οποίος ήταν ο Μίθρα. Και αυτή η σχέση δεν ήταν ούτε αμυδρή ούτε υπονοούμενη. Πιθανώς εκφραζόταν κατηγορηματικά, επειδή ο άγιος Ιουστίνος την γνώριζε, ήταν εντυπωσιασμένος από αυτήν, και δεν μπορούσε να μην διακρίνει σε αυτήν μια πίστη και μια λειτουργική οικονομία σε ένα σύνολο παρόμοιο με την χριστιανική πίστη και την χριστιανική λειτουργία. Αναγκασμένος να εξηγήσει μια τέτοια αντιστοιχία και γνωρίζοντας κατά τα άλλα πολύ καλά ότι τα τελετουργικά των μυστηρίων δεν ήταν καθόλου μια μίμηση των πρόσφατης ημερομηνίας χριστιανικών τελετουργιών, μέμφεται την μίμηση του ευχαριστιακού δείπνου από τους δαίμονες.

Τα μυστήρια του Μίθρα ήταν μια θρησκεία επιβλητική. Ο θεός ήταν νέος, όμορφος, γενναίος και ακηλίδωτος. Επιπλέον ήταν ο μόνος σωτηριολογικός θεός που δεν πέθαινε. Αυτός ο θεός κήρυττε μια αυστηρή ηθική την οποία αυτός πρώτος ακολουθούσε. Το πόσο βαθιά και πνευματική ήταν η θρησκεία του φαίνεται εάν συγκριθεί με εκείνες τις μυστηριακές λατρείες της Δήμητρας και της Κόρης, ή του Διονύσου με τις πομπές του από παλαβωμένες γυναίκες, ή της Κυβέλης και του Άττη, αλλά ακόμα και εκείνης της Ίσιδος και του Όσιρη, με το νεκρικό τελετουργικό τους γεμάτο με πλουσιοπάροχα τραπέζια. Δεν γνωρίζουμε ωστόσο ακόμα τώρα την αιτία για την οποία η θυσία του ταύρου τελείτο με τέτοια σοβαρότητα. Αυτή η σωτηριακή θυσία αναπαριστούσε στις αρχές το πάθημα ενός θεού. Πιθανώς η εξήγηση να είναι ότι ο Μίθρα όντας ένας θεός σωτήρας – και με μια συμπεριφορά πιο αυθεντική από ότι η πλειοψηφία των άλλων θεών των μυστηριακών θρησκειών – να ήταν αυτός ο ίδιος, κατά κάποιον ορισμένο τρόπο, ένας θεός ο οποίος έπασχε.

Τελικά ο μιθραϊσμός πιθανώς επειδή δεν μπόρεσε να αφομοιώσει την ελληνική φιλοσοφία και ίσως να προσαρμοσαρμοσθεί στις απαιτήσεις των καιρών εξαλείφθηκε από την Ευρώπη πρώτα και την Μικρά Ασία αργότερα αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο για το άστρο του Χριστιανισμού που τότε ανέτειλε.

το άρθρο ανήκει στον διδάκτορα του τομέα της ιστορίας και φιλοσοφίας των θρησκειών, κ Τσοπάνη Κων/νο
Διαβάστε περισσότερα

Μεταφυσική και μυστικισμός στο Ισλάμ

Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Κορανίου όλος ο κόσμος δεν είναι τίποτε άλλο από μια σειρά «ενδυμάτων» που φορά ο Θεός προκειμένου να φανερωθεί στον άνθρωπο. Με άλλα λόγια όλα τα κτίσματα είναι θαύματα που μαρτυρούν την ύπαρξη του Δημιουργού. Ωστόσο η τέλεια γνώση του θεϊκού επιτυγχάνεται μόνο με την μυστικιστική ένωση, την εκστατική κατάσταση που ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό.  

Η εμφάνιση του Ισλάμ ως «θεϊκή Αποκάλυψη»

Μετά την εκστρατεία του αυτοκράτορα Ηρακλείου εναντίον των Περσών και την οριστική διάλυση της δύναμης του ασιάτη εχθρού, που για αιώνες απειλούσε όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη ολόκληρη, η Αγία Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, (ή το Βυζάντιο για τους μεταγενέστερους), πίστεψε ότι είχε λυτρωθεί επιτέλους από τους αλλόπιστους εχθρούς που επιβουλεύονταν την κυριαρχία της και της αποσπούσαν κατά καιρούς εδάφη. Μέγα λάθος. Την ίδια περίπου εποχή, με τις προτροπές του αρχαγγέλλου Γαβριήλ, ο καμηλιέρης Μωάμεθ, (570-632 μ.Χ.) θεμελίωσε το Ισλάμ και σε λίγο ένας νέος κίνδυνος θα απειλούσε την ανατολική χριστιανοσύνη. Η πλήρης αποδυνάμωση μάλιστα της περσικής ζωροαστρικής και πολυθεϊστικής μοναρχίας, εκ μέρους των Βυζαντινών, θα ευνοούσε σε μεγάλο βαθμό την γρήγορη επέκταση του Ισλάμ. Έτσι, ο αναλφάβητος καμηλιέρης που χωρίς να ξέρει το πώς και το γιατί, καταλήφθηκε από μια πίστη, η οποία στην αρχή αντιμετωπίστηκε το λιγότερο με έκπληξη, εάν όχι με ανησυχία και ταραχή, ακόμα και από τους δικούς του, θα γινόταν γνωστός σε όλο τον κόσμο αφού αυτά που δίδασκε θα τα ασπάζονταν ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας.

Η επιτυχία του κηρύγματος του Μωάμεθ οφείλεται κατά κύριο λόγο στο ότι ο ίδιος πίστεψε πως επελέγη να γίνει ο φορέας μιας θεϊκής αποκάλυψης. Η φαντασία του πετούσε σε έναν ορίζοντα στον οποίον άνθιζαν τα θαύματα. Τις «αποκαλύψεις» ή τα «κοράνια» που του έδειξε ο Θεός, αισθάνθηκε ότι είχε την εντολή να τα κοινοποιήσει απαραίτητα και με οποιοδήποτε κίνδυνο στους ομοεθνείς του. Με ένα εκπληκτικό ένστικτο μάντεψε ότι για να έχει επιτυχία το κήρυγμα του θα έπρεπε η μορφή των «κορανίων», των «αποκαλύψεων» του δηλαδή, να είναι επίσημη και εντυπωσιακή. Θα έπρεπε με τα λόγια του να συγκινεί και να θέλγει τους νομάδες της ερήμου, να μιλά στην ψυχή τους λέγοντας τους συγχρόνως πράγματα που εκείνοι καταλάβαιναν. Έτσι για την διατύπωση των προφητειών του χρησιμοποίησε το πλήρες εικόνων, λογοτεχνικών μεταφορών και σχημάτων, μέτρο της λαϊκής αραβικής ποίησης. Κατά αυτόν τον τρόπο απέκτησαν και τα «κοράνια» το υψηλό και ομοικαταλικτικό ποιητικό ύφος τους με σκοπό να δημιουργήσουν στο ακροατήριο μια ατμόσφαιρα γοητείας και μαγείας. Ο Μωάμεθ ο ίδιος τα παρουσίαζε στους ομοεθνείς του, με αποφθέγματα και όρκους, σαν ένα θαύμα που είχε αποφασιστεί να λάβει χώρα στους κόλπους του αραβικού λαού. Επρόκειτο για μια θρησκεία του αραβικού λαού. Ο Θεός ο ίδιος είχε επιλέξει τους ΄Αραβες σαν όργανο του Κορανίου, μολονότι αυτός ο λαός δεν ήταν, συγκριτικά με τους λόγιους Βυζαντινούς, παρά ένας φτωχός υπηρέτης, ένας φτωχός βοσκός κτηνών, που δεν ήξερε να διαβάζει, ένας λαός αμόρφωτος από όλες τις πλευρές. Έτσι, για τους μουσουλμάνους ο ίδιος ο Θεός είναι ο θεμελιωτής της πίστης τους την οποία τους την αποκάλυψε μέσω του προφήτη του.

Ουσιαστικά, η θεϊκή αποκάλυψη, που γινόταν στον κόσμο γνωστή μέσω του Μωάμεθ και κατ' επέκταση του λαού του, γνωρίζουμε ότι δεν ήταν πολύ πρωτότυπη. Αλλά του Θεού δεν του ζητήθηκε να είναι πάντοτε αυθεντικός και πρωτότυπος. Ο ίδιος ο Μωάμεθ εξάλλου σαν καμηλιέρης που ταξίδεύε διαρκώς είχε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή τόσο με τους χριστιανούς και τους εβραίους όσο και με διάφορες άλλες πίστεις που ήσαν εκείνη την εποχή διαδεδομένες στην αραβική χερσόνησο. Ταυτόχρονα με την διατύπωση του Κορανίου θα διαφανούν και οι επηρεασμοί που είχε δεχθεί από κάθε μια από αυτές. Η διδασκαλία του, γύρω από την οποία διαμορφώθηκε το κοράνιο, μοιάζει πολύ με την μωσαϊκή και την περσική έχοντας επιπλέον και μερικές χριστιανικές επιρροές. Το τέλος του κόσμου, η ανάσταση των νεκρών, η ανταπόδοση και η τιμωρία για τις ανθρώπινες πράξεις, συνιστούν, όσον αφορά το μέρος του οραματισμού, τον πυρήνα των μηνυμάτων που ο Μωάμεθ ψέλλιζε κάπως αινιγματικά. Αλλά αυτό που χαρακτήρισε την διδασκαλία του ήταν η πίστη στο «γενικευμένο θαύμα». Όλα όσα υπάρχουν στην κτίση είναι θαύματα, είναι μέρη ενός γενικευμένου θαύματος για το Ισλάμ. Κάποτε, όταν μιλούσε περί της αναστάσεως των νεκρών, κάποιος από το ακροατήριο, κάπως συμβουλευτικά και περισσότερο σκωπτικά, εξήγησε χλευάζοντας τον ότι αυτό το πράγμα είναι μια ηλιθιότητα. Αλλά ο Μωάμεθ ήξερε να του απαντήσει ότι η ανάσταση των νεκρών, οσοδήποτε απίθανη και αν φαινόταν, δεν ήταν ένα θαύμα μεγαλύτερο και πιο απίθανο από ότι εκείνο της βλάστησης των φυτών από τον σπόρο ή από ότι η σύλληψη του βρέφους στους μητρικούς κόλπους. (Πρόκειται για μια γνωστή παρομοίωση που έχει χρησιμοποιηθεί και από τον Χριστιανισμό. Βλ., Θεόφιλο Αντιοχείας κ.α.)

Η παρομοίωση αυτή ωστόσο δεν σήμαινε απαξίωση του μεγαλείου του θαύματος της ανάστασης. Αντίθετα η απάντηση του Μωάμεθ ήθελε περισσότερο να πει ότι το φύτρωμα του φυτού από τον σπόρο και η σύλληψη του βρέφους στους κόλπους της μητέρας του είναι θαύματα το ίδιο μεγαλα όσο και η ανάσταση των νεκρών. Ήταν φυσικό βέβαια ο Μωάμεθ να φτάσει σε αυτήν την πεποίθηση αφού το Ισλάμ είδε το φως και ανέπνευσε τον αέρα σε μια γενικευμένη ατμόσφαιρα θαυμάτων. Το θαύμα για το Ισλάμ δεν αποτελεί κατ’ εξοχήν την εξαίρεση ενώπιον της φυσικής τάξης των πραγμάτων, κάτι που υποστηρίζει οι Χριστιανισμός, αλλά αντίθετα όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο σύμφωνα με την φυσική τάξη έχουν την ιδιότητα του θαύματος. Αυτή του η πεποίθηση, που πρέπει να ήταν διάχυτη και δημοφιλής, μαζί φυσικά με την διδασκαλία ότι το Κοράνι αποκαλύφθηκε από τον Θεό στον Μωάμεθ, έδωσαν στο Ισλάμ τον χαρακτηρισμό της αποκαλυπτικής πίστης. Με βάση αυτό το συναίσθημα, του ότι όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο αποτελούν μέρος ενός γενικευμένου και καθολικού θαύματος, το Ισλάμ ανέπτυξε επίσης την φιλοσοφία και τον μυστικισμό του. Θα δούμε στην συνέχεια πως ολόκληρη η φιλοσοφική σκέψη του θα αναγάγει την φυσική πράξη, το φυσικό γεγονός, στο ύψος του «θαύματος».

Η γρήγορη σαν χιονοστιβάδα, επιτυχία της ισλαμικής κίνησης θα ήταν δύσκολο να εξηγηθεί, αν δεν ληφθεί υπόψη η ακλόνητη και αμετακίνητη πίστη των πρωτεργατών του, ότι μέσα από το Κοράνιο ο Μωάμεθ εξέφρασε την πιο σημαντική από όλες τις αποκαλύψεις του Θεού. Σύμφωνα με το Κοράνι παλιότερα ο Θεός είχε στείλει και άλλους προφήτες του στον κόσμο, τον Αδάμ, τον Αβραάμ, τον Νώε και τον Ιησού. Ωστόσο οι άνθρωποι δεν άκουσαν το μήνυμα του Θεού και έτσι εκείνος έστειλε τον τελευταίο προφήτη του, τον Μωάμεθ να κηρύξει την τελευταία και τελειότερη αποκάλυψη. Ο Μωάμεθ κήρυξε το Ισλάμ που σημαίνει άνευ όρων υποταγή και οι πιστοί του, οι μουσουλμάνοι, έπρεπε να υπακούουν χωρίς καμία απολύτως αντίρρηση ή αμφιβολία στη διδασκαλία του προφήτη. Ο ίδιος ο Μωάμεθ καθώς και οι ηγέτες που τον διαδέχθησαν απαίτησαν τυφλή «υποταγή» εκ μέρους οποιουδήποτε, στην θεϊκή αποκάλυψη και αυτό διότι μπροστά στην ίδια την αξία της θεϊκής αποκάλυψης που δέχθηκε ο Μωάμεθ, κάθε τι άλλο περνούν σε δεύτερη πλάνο. Ακόμα και η ίδια ελευθερία της συνείδησης δεν μετρούσε πια. Από εκεί προέρχεται και η αντίληψη του βίαιου προσηλυτισμού που πολλές φορές βρήκε εφαρμογή στις τάξεις του Ισλάμ. Το Κοράνι έπρεπε να επιβληθεί ακόμα και με την βία. Ο «ιερός πόλεμος» για την επιβολή, την διάδοση και την καθιέρωση του Κορανίου, το «Τζιχάντ», παρουσιάζεται στους πιστούς σαν ένας δρόμος, ή μια μέθοδος εγκεκριμένη από τον ίδιο τον Θεό.

Στη διδασκαλία και την ιστορική πορεία του Ισλάμ διακρίνονται δύο βασικά χαρακτηριστικά, το θρησκευτικό και το ανθρώπινο. Στο θρησκευτικό τομέα ή νέα αυτή πίστη ήρθε σαν μια αντίδραση, βίαια κάποτε, εναντίον της παλιάς πολυθεϊστικής θρησκείας που δίχαζε τους 'Aραβες σε φατρίες. Στον ανθρώπινο τομέα ήρθε σαν μια επανάσταση των φτωχών και καταπιεσμένων νομάδων, των αμόρφωτων καμηλιέρηδων της ερήμου εναντίων των ισχυρών που είχαν κυριεύσει την χώρα τους καταδυναστεύοντας τους. Οι 'Aραβες έπρεπε να αφήσουν πίσω τις παλιές δοξασίες τους, να ενωθούν στο όνομα του Αλλάχ που τους είχε επιλέξει ως «περιούσιο λαό» του και μέσα από την διάδοση της νέας πίστης ουσιαστικά να καταλάβουν τον κόσμο. Αυτός ο ακραίος φονταμενταλισμός, που δεν άργησε να φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, απαιτούσε ωστόσο την απαξίωση της ιδιαιτερότητας του προσώπου και της διαφορετικότητας του ατόμου το οποίο έπρεπε να απορροφηθεί μέσα στην μάζα, στην φυλή και στο έθνος, που με τις δυνάμεις του πλέον ενωμένες είχε να εκπληρώσει έναν «θεϊκό προορισμό». Κατά συνέπεια, ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία του Ισλαμισμού είναι εκείνο που αφορά στην έλλειψη σημασίας του ίδιου του ατόμου. Ο Θεός του Ισλάμ σκέφτεται και υπολογίζει μόνο με τις μάζες, τα πλήθη, με τις φυλές, με τα έθνη, αλλά όχι με τα άτομα. Για παράδειγμα στην ανάσταση των νεκρών κάθε άτομο ανίσταται σαν μέλος μιας φυλής, ενός έθνους, ενώ ενώπιον του θρόνου του Θεού παρουσιάζονται τα «έθνη», και όχι ο κάθε πιστός μεμονωμένα. Το Κοράνι γίνεται κατανοητό σαν μια έκκληση που έγινε από τον Θεό του Μωάμεθ προς τις αραβικές φυλές, που είχαν επιλεγεί να διαδώσουν στον κόσμο την διδασκαλία του και να πραγματοποιήσουν το Ισλάμ. Εκείνο που ζητείται λοιπόν, όχι μόνο από το άτομο, τον πιστό μουσουλμάνο, άλλα απο ολόκληρο το ισλαμικό έθνος, είναι μια προσηλυτιστική δραστηριότητα έστω και βίαια, με σκοπό την εξάπλωση του Κορανίου στον κόσμο, καθώς επίσης και ένας διαρκής αγώνας εναντίον της απιστίας ή των πίστεων εκείνων οι οποίες δεν είναι αποκαλυμμένες τόσο τέλεια όπως εκείνη που κήρυξε ο Μωάμεθ.

Στο τέλος ο Αλλάχ θα ανταμείψει τους πιστούς αγωνιστές του Ισλάμ αλλά για καταστούν άξιοι της θεϊκής ανταπόδοσης των έργων τους θα πρέπει ο αγώνας τους για την πίστη να είναι τόσο έντονος και η τήρηση του νόμου τόσο ακριβής σαν να διασχίζουν ένα φαράγγι πατώντας πάνω «σε μια τρίχα των μαλλιών ή στην κόψη ενός σπαθιού». Η ανταπόδοση της τήρησης του νόμου και των διαρκών αγώνων για την διάδοση της «τελειότερης αποκάλυψης», εκείνης του Κορανίου δηλαδή, θα γίνει μετά θάνατον και μετά την ανάσταση των νεκρών και θα είναι η συμμετοχή των πιστών σε ατέλείωτες ηδονές μέσα στους ολόλαμπρους κήπους του Θεού. Οι ηδονές αυτές παρουσιάζονταν από τον Μωάμεθ όμοιες με τις πλέον συνηθισμένες γήινες ηδονές, τις οποίες θα απολαμβάνει το σώμα με όλες του τις αισθήσεις, αλλά σε πολύ μεγαλύτερες αναλογίες και με αιώνια διάρκεια

Η μουσουλμανική φιλοσοφία και θεολογία δε φρόντισε φυσικά να εκλεπτύνει πολλές από τις φανταστικές εικόνες που πήγασαν από την ένθερμη φαντασία του Μωάμεθ, ο οποίος, όντας εκ του λαού, μίλησε για τον λαό. Έτσι ακόμα και αυτή η πιο υψηλή φιλοσοφία αλλά και ο ίδιος ο μυστικισμός του Ισλάμ, σε πείσμα των υψηλών πνευματικών του ιδιοτήτων, θα υποστούν πάντοτε τις συνέπειες του καύσωνα των συμβόλων που γεννήθηκαν από την φαντασία του Μωάμεθ. Αυτή η παθητική στάση των μουσουλμάνων φιλοσόφων γίνεται κατανοητή μόνο όταν λάβουμε υπόψη ότι η ισλαμική θρησκευτικότητα εμφανίζεται ιδιαιτέρως σαν συναίσθημα υποβολής της θέλησης και της ψυχής του ανθρώπου στην απρόβλεπτη και απρόοπτη τάξη που επιβάλλεται από την κατά βάθος αυθαίρετη θέληση, ενός Θεού, ο οποίος δεν δεσμεύεται από κανένα νόμο. Εάν ο Θεός θέλησε να φτιάξει έτσι τον παράδεισο, έτσι πρέπει να είναι. Ο πιστός δεν έχει να κάνει τίποτε άλλο παρά να δέχεται μοιρολατρικά οποιαδήποτε απόφαση του Θεού πολύ δε περισσότερο εάν αυτή εκφέρεται από το στόμα του Προφήτη. Παρόλα ταύτα τα ανήσυχα πνεύματα θα αντιδράσουν αναζητώντας μια πιο άμεση επαφή και γνώση του θεϊκού και έτσι θα γεννηθεί ο μυστικισμός του Ισλάμ.

Καταγωγή του μυστικισμού στο Ισλάμ

Τόσο για την θεολογική και φιλοσοφική σκέψη όσο και για τις ενοράσεις των μυστικιστικών του Ισλάμ δεν είναι γνωστά στην Ευρώπη παρά μόνο ελάχιστα πράγματα. Ο μακραίωνος ανταγωνισμός και η συνεχής διαμάχη μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού έκανε τους μεσαιωνικούς στοχαστές της Ευρώπης να παραμορφώσουν οτιδήποτε ανήκε στο Ισλάμ. Πολλές φορές αυτοί οι διανοούμενοι δεν ήταν ούτε καν ικανοί να ακολουθήσουν τα πολύ αφηρημένα αραβουργήματα της ισλαμικής σκέψης. Οι Ευρωπαίοι μελετητές, οι οποίοι σποραδικά προσπάθησαν να ασχολήθούν με τις μορφές και τους τρόπους της ισλαμικής σκέψης, ξεκίνησαν να την μελετούν επί τη βάσει αλλά και υπό το πρίσμα της ευρωπαϊκής, της ελληνικής, της χριστιανικής, και γενικότερα της δυτικής φιλοσοφίας, ή στην ακραία περίπτωση της ινδικής φιλοσοφίας. Τοποθετημένοι έτσι εξ αρχής γρήγορα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ισλαμική σκέψη ήταν ένα συγκριτιστικό σύμφυρμα, ένα συνοθύλευμα απόψεων μπερδεμένο και ανόργανο. Όμως μια πιο επίμονη και πιο γενναία έρευνα της ισλαμικής σκέψης ίσως να κατέληγε σε άλλα συμπεράσματα. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι στον χώρο επιρροής του Ισλάμ ανεδείχθησαν μεγάλοι στοχαστές, οι οποίοι αντέχουν σε οποιαδήποτε σύγκριση χωρίς τον φόβο να κονιορτοποιηθούν, (Φαράμπι, Αβικέννα, Σιπάζι κ.α.). Αλλά και ο μυστικισμός τους παρήγαγε μια χλωρίδα από πιο λαμπρές.

Επίσης, κανείς δεν μπορεί να εγείρει κατά σοβαρό τρόπο εναντίον της ισλαμικής σκέψης την κατηγορία ότι είναι μεταγενέστερη από τα σημαντικά φιλοσοφικά και μυστικιστικά συστήματα της Ινδίας, ή ότι εμφανίσθηκε πολλούς αιώνες αργότερα από τον Πλάτωνα ή τον Πλωτίνο, ή ακόμα και μετά την παγίωση της χριστιανικής διδασκαλίας στο συλλογικό έργο των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Από την άλλη πλευρά διάφορα δόγματα ή δοξασίες του Ισλάμ οι οποίες έχουν την καταγωγή τους στον Βραχμανισμό, τον Βουδισμό, τον Παρσισμό, τον Ελληνισμό, τον Ιουδαϊσμό, και τον Χριστιανισμό, οδήγησαν χωρίς αμφιβολία στην συνάντηση της ισλαμικής σκέψης και του μυστικισμού. Ωστόσο αυτό που κυρίως οδήγησε στην ανάπτυξη του μυστικισμού στο Ισλάμ δεν ήταν τόσο αυτές καθαυτές οι δανεισμένες πίστεις ή δοξασίες που διαδοχικά τις συναντούμε και σε άλλα θρησκεύματα, και από τα οποίες επηρεάστηκε και αυτό, αλλά το πώς η ανθρώπινη διάνοια, το ανθρώπινο πνεύμα, μετουσίωσε και αφομοίωσε κάθε φορά αυτές τις δοξασίες. Εδώ ακριβώς πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι σε σχέση με τα θεμελιώδη προβλήματα του ανθρώπινου πνεύματος το Ισλαμ καταλαμβάνει μια μοναδική θέση, η οποία, παρ όλους τους τυχόν επηρεασμούς που δέχθηκε, ωστόσο, διαφέρει από όλες τις άλλες. Ήδη τονίσαμε ότι στο Κοράνι αλλά και σε ολόκληρη την θρησκευτική σκέψη, η οποία είναι πάντοτε θεοκεντρική στο Ισλάμ, ευρίσκεται πολύ περισσότερο από ότι αλλού μια λαμπρά αναπτυγμένη διδασκαλία περί της θεϊκής αποκάλυψης. Στην πραγματικότητα η ισλαμική σκέψη δεν παρουσιάζεται παρά σαν μια ατελείωτη και πλήρης μεταβολών διήγηση γύρω από το θεμελιώδες της θέμα, τη «θεϊκή αποκάλυψη». Εξάλλου σύμφωνα με την ισλαμική σκέψη, η θεϊκή αποκάλυψη δεν είναι μόνο η διδασκαλία που συμπεριλαμβάνεται στο Κοράνι. Θεϊκές αποκαλύψεις είναι όλες οι θρησκευτικές διδασκαλίες όλων των λαών, μόνο που μεταξύ τους είναι πολύ άνισες από άποψη σημασίας. Κατά συνέπειαν, σύμφωνα με την ισλαμική σκέψη, το παν είναι θεϊκή αποκάλυψη, ακόμα και η συνηθισμένη γνώση του κόσμου, αλλά και ο ίδιος ο κόσμος. Η γνωσιολογία και η κοσμολογία είναι στην πραγματικότητα απλά κεφάλαια μια διδασκαλίας ευρείας εκτάσεως περί της θεϊκής αποκαλύψεως.

Σύμφωνα με την διδασκαλία του Ισλάμ ο Θεός ως ύπαρξη είναι λόγω της φύσης του κρυμμένος, απρόσιτος στις κτιστές υπάρξεις, ένας «αόρατος θησαυρός». Ο Θεός όμως δεν θέλει να παραμείνει κρυφός, αλλά θέλει να εμφανισθεί. Ο Θεός θέλει να αποκαλυφθεί και να ανακαλυφθεί από τους ανθρώπους. Στις πεπερασμένες όμως ανθρώπινες υπάρξεις με τις περιορισμένες, στα όρια του φυσικού, αντιληπτικές δυνατότητες ο Θεός είναι αδύνατο να εμφανισθεί έτσι όπως είναι στην μεταφυσική του πραγματικότητα. Επειδή ακριβώς οι δυνατότητες των ανθρώπων είναι περιορισμένες ο Θεός παραμένει λοιπόν ακατάληπτος στην πραγματική μορφή του. Κατά συνέπειαν για να κοινοποιηθεί, για να γίνει γνωστός, για να γίνει ορατός και καταληπτός στις πεπερασμένες ανθρώπινες υπάρξεις, προσαρμόζεται στις γνωσιολογικές και αντιληπτικές δυνατότητες του ανθρώπου. Πως επέτυχε ο Θεός αυτό το αποτέλεσμα; Με το να ενδύεται έναν χιτώνα ο οποίος τον κάνει ορατό. Ο πρώτος «χιτώνας», το πρώτο ένδυμα το οποίο ενεδύθη ο Θεός με σκοπό να φανερωθεί, σύμφωνα με τις αντιληπτικές ικανότητες των πεπερασμένων κτιστών όντων είναι το φως. Πρόκειται για την αρχέτυπη φαεινότητα, αρχαιότερη εκείνης του ηλίου και των άστρων. Προχωρώντας τώρα ακόμα ένα βήμα μέσα στην ανάπτυξη της διδασκαλίας περί της αποκάλυψης, θα δούμε ότι με την σειρά τους όλα τα κτιστά δημιουργήματα είναι, όπως και η αρχέτυπη φαεινότητα, εκδηλώσεις του Θεού, αποκαλύψεις, «χιτώνες», με τα οποία αυτός σκοπίμως ενδύεται, για να γίνει ορατός, για να γίνει προσιτός στις αισθήσεις και στις αντιληπτικές ικανότητες των πεπερασμένων ανθρωπίνων υπάρξεων. Έτσι ο Κύριος ο Θεός εμφανίσθηκε στον Μωυσή υπό την μορφή μιας φλόγας σε μια ακανθώδη βάτο. (Μωσαϊκός επηρεασμός). Ο Θεός έλαβε το ένδυμα της φλεγομένης βάτου για να προσαρμοσθεί στις φυσικές, και οργανικές ικανότητες του Μωυσέως, και με αυτό τον τρόπο να μπορέσει εκείνος να τον αναγνωρίσει. Η εικόνα αυτής της εμφάνισης αντιπροσωπεύει, σύμφωνα με την ισλαμική σκέψη, μια καθολική και παγκόσμια κατάσταση. Στην πραγματικότητα όλα τα πράγματα και όλες οι υπάρξεις είναι παρόμοιες «βάτοι», τις οποίες φλέγει η εμφάνιση του Θεού. Αυτή η σκέψη είναι ο θεμελιώδης λίθος των περισσοτέρων θεολογικών και μυστικιστικών συστημάτων του Ισλάμ. Αυτή είναι και η σκέψη μέσω της οποίας ορίζεται η πραγματικά μοναδική πνευματική θέση του Ισλάμ, εκείνη του γενικευμένου θαύματος δηλαδή.

Τη μοναδική αυτή φιλοσοφική και θεολογική θέση ενώπιον της οποίας ευρισκόμαστε δεν είναι ανάγκη να την διακρίνουμε σε σχέση με τον Πλατωνισμό ή τον Παρσισμό. Οι διακρίσεις είναι από μόνες τους παρά πολύ χτυπητές για να εμφιλοχωρήσει κάποιο μπέρδεμα. Είναι απαραίτητη όμως η επισήμανση μιας πολύ βαθιάς διαφοροποίησης του Ισλάμ έναντι των Γνωστικών και των Νεοπλατωνικών καθώς και έναντι του Βραχμανισμού. Στις βραχμανικές διδασκαλίες ο θεός-Βράχμαν είναι το απρόσωπο μοναδικό υπόβαθρο του κόσμου, που διαφοροποιείται και καθίσταται ποικιλόμορφο καθώς εμφανίζεται μέσω των φυσικών φαινομένων. Ο συγκεκριμένος αισθητός κόσμος με όλα του τα φαινόμενα ισοδυναμεί με μια αυταπάτη, με ένα παιχνίδι, με ένα όνειρο, με μια επινόηση του Βράχμα. Ο κόσμος είναι Maya, μια φαντασίωση χωρίς νόημα και σκοπό, και συνεπώς άξιος περιφρόνησης. Το Maya δεν αξίζει την προσκόλληση και την προσαρμογή του ανθρώπου σε αυτό, γιαυτό ο σοφός αποσύρεται από τον κόσμο.

Στη Νεοπλατωνική διδασκαλία πάλι, ο κόσμος παράγεται ως ένα προϊόν υποβιβασμού, ένα προϊόν απορρέων από τον Θεό, τον μοναδικό υπεράνω οποιασδήποτε ιδιότητας και χαρακτηρισμού. Ο κόσμος δεν είναι μια αυταπάτη, ένα όνειρο, αλλά μια απορροή άμεση και έμμεση η οποία έχει τους δικούς της τρόπους, τις δικές της μορφές και τα δικά της αίτια ύπαρξης. Στις απορροές του όμως το θεϊκό πρότυπο συνεχώς αλλοιώνεται, τροποποιείται και τελικά παραποιείται. Η στάση του ανθρώπου έναντι του κόσμου είναι και στον Νεοπλατωνισμό αρκετά αρνητική, με την έννοια ότι ο άνθρωπος πρέπει να αποκαταστήσει από μόνος του την ομοιότητα και την ενότητα του με τον Θεό, «ανερχόμενος την κεκλιμένη οδό», τον κατήφορο της έκπτωσης του κόσμου. Εδώ ο αρνητισμός, έναντι του κόσμου συνεπάγεται την χωριστή ύπαρξη του κόσμου και την δυνατότητα αυτού να τύχει θεϊκής αποκατάστασης. Ο πιστός πρέπει να ξεκινήσει μια μακρά οδό ανάβασης ακολουθώντας την «αποφατική» θεολογία, γνωρίζοντας δηλαδή μόνο ότι δεν είναι ο Θεός. Μόνο όταν καταλάβει τι δεν είναι ο Θεός θα μπορέσει κατά κάποιοι τρόπο, διανοητικό αλλά κυρίως εμπειρικό να βιώσει και να γνωρίσει τον Θεό. Αλλά και τότε δεν μπορεί να τον περιγράψει αφού αυτά που βιώνει είναι πέρα από τις ανθρώπινες δυνατότητες περιγραφής και έκφρασης. Έτσι ο Θεός ακόμα και μετά την φανέρωση του στον πιστό, ακόμα και μετά την βιωματική γνώση του εκ μέρους του πιστού, παραμένει «άρρητος». Και αυτό είναι συνέπεια της έκπτωσης από το πρωτότυπο, της συνεχούς απορροής και του υποβιβασμού από την θεϊκή τελειότητα.

Εντελώς διαφορετική είναι η περί κόσμου θέση της ισλαμικής σκέψης. Ο κόσμος εμφανίζεται αυτή την φορά ως ενας «χιτώνας» του Θεού, όχι σαν ένα απλό απατηλό και άσκοπο, ανόητο παιχνίδι, αλλά ως ένα «ένδυμα», ως μια πλήρης νοήματος σκόπιμη πράξη. Ο Θεός επιθυμεί να γίνει ορατός, προσιτός, σε αυτήν την κτίση, και έτσι δημιουργεί τον κόσμο, μόνο και μόνο, επειδή θέλει να εμφανισθεί και να αποκαλυφθεί, ακριβώς μέσω των γεγονότων τα οποία αυτός δημιουργεί. Υπάρχει εδώ μια «θεϊκή δίψα», μια αρχική πρόθεση του Θεού, να φανερωθεί σε γήινες συνθήκες. Αυτή η καθολική, η συμπαντική αποκάλυψη του Θεού περιγράφει έναν σκοπό της θεότητας, από τον οποίον συνεπάγεται ότι ο κόσμος, μολονότι είναι μόνο ένα «ένδυμα» για τον Θεό, ωστόσο λαμβάνει στην ισλαμική φιλοσοφία μια ιερότητα. Ο κόσμος δεν στερείται νοήματος, σαν μια αυταπάτη ή σαν μια υποβιβασμένη ύπαρξη, όπως συμβαίνει στον Βραχμανισμό και στον Νεοπλατωνισμό, αλλά είναι πλήρης έκφραση, βεβαιωτική μιας κάποιας θεϊκής προθεσης. Το Ισλάμ κλίνει περισσότερο στο να χαρεί και να απολαύσει τον κόσμο και δεν καλλιεργεί την ασκητική περιφρόνηση της ζωής.

Υπάρχουν σίγουρα και κάποιοι μουσουλμάνοι μυστικιστές οι οποίοι ισχυρίζονται φυσικά ότι αφού ο Θεός δημιουργώντας τον κόσμο σαν ένα απλό ενδυμά του δεν πρόσθεσε τίποτα στην ουσία του, δηλαδή στην θεϊκή του οντότητα, συνεπώς ο κόσμος είναι σαν να μην είχε δημιουργηθεί ποτέ. Θα διαφανεί όμως ότι και η στάση αυτών των μυστικιστών έναντι της ζωής είναι διαφορετική από εκείνη του Βραχμανισμό και του Βουδισμό. Τα μοναχικά τάγματα που εμφανίστηκαν στο Ισλάμ δεν απαίτησαν φυγή από τον κόσμο και διάλυση της οικογένειας. Τόσο οι Σούφι όσο και οι Δερβίσηδες, που μέσα από τον χορό, τις συνεχείς περιστροφές και τις φωνές έφταναν στην μυστικιστική έκσταση, ζούσαν μέσα στον κόσμο ακολουθώντας μόνο κάποιους ιδιαίτερους κανόνες που τους επέβαλλάν πενία, υπακοή και αγνότητα. Ως τώρα δώσαμε μια περιγραφή της θεμελιώδους ιδέας της ισλαμικής σκέψης, εκείνης της θεϊκής αποκάλυψης. Σκιαγραφήσαμε επίσης και τις διαφορές της μουσουλμανικής αντίληψης έναντι του κόσμου με τις στάσεις άλλων θρησκευμάτων απο τις οποίες όμως ποτέ δεν ήταν χωρισμένη με πλήρη διαύγεια και σαφήνεια. Στο Ισλάμ ο κόσμος θεωρείται ως σκόπιμη αποκάλυψη του Θεού, ως ένδυμα σκοπίμως φορεμένο, ως αποτέλεσμα κάποιων συνειδητών θεϊκών προσαρμογών. Δηλαδή ο απρόσιτος Θεός, ο «κεκρυμμένος θησαυρός», ο άναρχος και απεριόριστος, προσαρμόζεται συγκαταβατικώς στους όρους και τις συνθήκες του πεπερασμένου, λαμβάνοντας μορφές και τρόπους προσιτούς στις ανθρώπινες διανοητικές ικανότητες, προσιτούς στις συνθήκες του πεπερασμένου. Μια τέτοια αντίληψη αξιοσημείωτης λεπτότητας και ευστροφίας περί της σχέσεως μεταξύ Θεού και κόσμου προσιδιάζει τουλάχιστον στο κλίμα του Ισλάμ, ακριβώς επειδή η σκέψη του είναι βαθιά πεπεισμένη για την γενικευμένη παρουσία του θαύματος. Έτσι ο Θεός, σαν αυτουργός των θαυμάτων, πραγματοποιεί τελικά και το μεγαλύτερο θαύμα, δηλαδή γίνεται Αυτός ο ίδιος προσιτός, στις συνθήκες του πεπερασμένου, ενώ η Ύπαρξη του παραμένει φύσει απρόσιτη.

Αλλά γιατί επιμένει ο Θεός να αποκαλυφθεί με οποιοδήποτε τίμημα; Σε αυτήν την ερώτηση δεν βρίσκουμε πλέον στην ισλαμική φιλοσοφία καμία απάντηση. Εκτός ίσως από το ότι η θέληση του Θεού είναι αυθαίρετη και δεν υπόκειται σε κανένα νόμο και σε καμία αναγκαιότητα. 'Aρα δρα έτσι μόνο και μόνο γιατί αυτός το θέλει. Αυτή είναι μια πιθανή απάντηση. Εάν στην φιλοσοφία του Σπινόζα, ο Θεός δεν μπορεί να αλλάξει τον αριθμό των γωνιών ενός τρίγωνου, αντιθέτως η ισλαμική σκέψη αντιλαμβάνεται έναν Θεό ο οποίος μπορεί να βγει από τον εαυτό του και να ξεπεράσει τον εαυτό του. Έναν Θεό ο οποίος μπορεί να φανερωθεί στις συνθήκες του κτιστού και πεπερασμένου και αυτό μόνο και μόνο επειδή θέλει αυτός ο ίδιος οπωσδήποτε να εμφανισθεί. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να παραμείνει κρυμμένος. Ελπίζουμε ότι με τα παραπάνω καταφέραμε να ρίξουμε λίγο φως στην θεμελιώδη σκέψη της φιλοσοφίας και του μυστικισμού του Ισλάμ, και ότι κατορθώσαμε να την διακρίνουμε έναντι εκείνης του Βραχμανισμού και του Νεοπλατωνισμού. Βέβαια ίσως κάποιοι, με μια χειρονομία δυσαρέσκειας, πουν ότι αγωνιζόμαστε για μια υπόθεση μηδαμινής αποχρώσεως, με άλλα λόγια ότι λεπτολογούμε. Πιθανώς να είναι και έτσι. Αλλά στην μεταφυσική προβληματική, εκεί όπου τίθενται τα θεμέλια των διαφόρων αντιλήψεων και κοσμοθεωριών περί του κόσμου και της ζωής, ακόμα και οι απλές αποχρώσεις, έχουν αμέτρητες συνέπειες. Μια τέτοια «απλή απόχρωση» είναι σαν ένας σβώλος από χιόνι, σαν μια χιονόμπαλα, η οποία προκαλεί καθ' οδόν χιονοστιβάδες απίστευτων μεγεθών. Ένας σωστός ερευνητής και με το αίσθημα ευθύνης της ιστορίας της μεταφυσικής θα είναι συνεπώς πολύ προσεκτικός ακριβώς σε αυτές τις αποχρώσεις, οι οποίες, τις περισσότερες φορές, είναι τα κλειδιά των πιο μεγάλων ιστορικών κινήσεων, και σχεδόν ποτέ δεν αποτελούν «αμελητέες ποσότητες».

Στη συνέχεια θα επισημάνουμε μερικές ακόμα διαφορές μεταξύ του ισλαμικού μυστικισμού από τη μια μεριά και του βραχμανισμού και του νεοπλατωνισμού από την άλλη. Στην ισλαμική μυστικιστική αντίληψη, είπαμε ότι ο Θεός φανερώνεται σαν να είναι κυριαρχούμενος όχι μόνο από την πρόθεση αλλά και από τη δίψα, σχεδόν από μια μέθη, να αποκαλυφθεί, να ενδυθεί ένα «κτιστό χιτώνα», για να εμφανισθεί. Αλλά ο Θεός δεν ενδύεται ένα μόνο χιτώνα, αλλά μια πλυθή χιτώνων, διαδοχικά τον έναν μετά τον άλλον. Εδώ το Ισλάμ εγκολπώθηκε την αρχαία γνωστική αντίληψη περί της πολύ-σφαιρικής συγκρότησης του κόσμου. Μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου υπάρχει ενας μεγάλος αριθμός από παρεμβαλλόμενες σφαίρες, με πληθυσμούς από υπάρξεις που αλλού είναι πιο διάφανες και αλλού πιο σκοτεινές. Οι σφαίρες αυτές κατανοούνται ωστόσο σαν μια σειρά από ενδύματα, μέσω των οποίων ο Θεός επιθυμεί να γίνει ορατός. Οι σφαίρες αυτές όμως δεν κατανοούνται ως κάποιες απορροές της μιας υπάρξεως μοιραία απορρέουσες και ταυτόχρονα εκπίπτουσες από την πηγή τους, όπως γίνεται στον Νεοπλατωνισμό. Για τον Βραχμανισμό πάλι ο κόσμος αναπαρίσταται σαν μόνο ένα απατηλό πέπλο, σαν ένα κάλυμμα πάνω από το Βράχμα, σαν ένα όνειρο και παιχνίδι χωρίς κανένα νόημα του ίδιου του Βράχμα. Ενώ στον Νεοπλατωνισμό είναι απούσα η ιδέα της σκόπιμης περιβολής με «ενδύματα» ή «χιτώνες» της θεότητας, στον Βραχμανισμό ελλείπει η ιδέα της πολλαπλής στρωματοποίησης του κόσμου πίσω από την οποία βρίσκεται ο Θεός. Από την άλλη μεριά στο Ισλάμ το ένδυμα του Θεού είναι απατηλό. Ωστόσο πρέπει να προστεθεί ότι το ένδυμα είναι επιθυμητό από τον Θεό τον ίδιο, ο οποίος μόνον έτσι θα πραγματοποιήσει την πρόθεση του να εμφανιστεί στους ανθρώπους, και επίσης πρέπει να προστεθεί ότι υπάρχουν πολλά ενδύματα, τόσα όσες και οι φυσικές πράξεις που φανερώνουν την ύπαρξη του Θεού (σύμφωνα με κάποιους μουσουλμάνους στοχαστές «ο Θεός ενεδύθη με εβδομήντα χιλιάδες πέπλα φωτός»). Στον Νεοπλατωνισμό οι διάμεσες απορροές μεταξύ Θεού και ανθρώπου, δηλαδή ο λόγος, ο κόσμος των ιδεών, η ψυχή του κόσμου και οι άλλες υπάρξεις, είναι τα τέκνα μια προοδευτικής έκπτωσης της θεϊκής φύσης. Οι απορροές, όμως αυτές δεν είναι απατηλές, επειδή αποτελούν ξεχωριστές υπάρξεις, μοιραίες, αλλά μόνο πιο ατελείς. Αυτές οι απορροές επίσης δεν έχουν προορισμό να αποκαλύψουν τον Θεό μέσω μιας υποτιθέμενης «ενδυματικής λειτουργίας», ή ενός υποτιθεμένου «περιβλητικού» ρόλου.

Στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ισλαμικής διδασκαλίας προστίθεται ακόμα ένα: η ιδέα της δημιουργίας του κόσμου. Η ιδιαιτερότητα αυτή του Ισλαμισμού έχει ένα κοινό με τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό. Ο κόσμος με όλες τις σφαίρες και τις στρωματοποιήσεις του, δεν είναι απορροή από την θεϊκή ουσία, ούτε απλό όνειρο του Θεού, αλλά μια δημιουργία μέσω αρχικών, θεμελιωδών και πρωτοτύπων πράξεων, μια δημιουργία «εκ του μηδενός», δηλαδή ένα σύνολο θαυμάτων. Φθάνουμε λοιπόν ξανά σε ένα σημείο που επισημάναμε από την αρχή, στον κορεσμένο από θαύματα ορίζοντα του Ισλάμ. Αλλά και πάλι θα πρέπει να σταθούμε σημειώνοντας μια βασική διάκριση μεταξύ του Ισλάμ και της Ιουδαϊκής και Χριστιανικής σκέψης. Ενώ και στις τρεις περιπτώσεις ο κόσμος αποτελεί μια «εκ του μηδενός» δημιουργία, στον Χριστιανισμό ο κόσμος και η σωτηρία του αποτελούν αυτοσκοπό, δηλαδή σκοπός της δημιουργίας είναι μέσω του αγιασμού και της μέθεξης στις άκτιστες ενέργειες του Θεού να θεωθεί και να ξαναβρεί την προ-πτωτική της αρμονία. Στο Ισλάμ αντίθετα μοναδικός σκοπός και νόημα της δημιουργίας είναι η αποκάλυψη και φανέρωση του Θεού, δηλαδή ο κόσμος λειτουργεί ως μέσον, «ως χιτώνας» για να αποκαλυφθεί ο Θεός στον άνθρωπο.

Εδώ ακριβώς έρχεται ο μυστικισμός μέσω της εκστατικής κατάστασης να δώσει μια πιο άμεση εμπειρία του θείου. Οι μυστικιστές επιδιώκουν μια άμεση εμπειρία της θεότητας, διατεινόμενοι, ότι οποτεδήποτε κατάφεραν να βρεθούν στην ιδιαίτερη κατάσταση της έκστασης επέτυχαν την επιθυμούμενη ένωση με το θείο. Οι εκστατικές καταστάσεις τους συνοδεύονται από το συναίσθημα μιας ανώτατης, μιας άκρας βεβαιότητας, μπροστά στην οποία οι συνηθισμένες βεβαιότητες της καθημερινής εμπειρίας και σκέψης ή φιλοσοφίας περνούν σε δεύτερο πλάνο. Η έξοδος από τον κόσμο μας, την οποία οι μυστικιστές επιχειρούν, στο ξεκίνημα τους προς τον Θεό, δεν μας δίνει ωστόσο το δικαίωμα να ισχυρισθούμε ότι σαν άνθρωποι πάντοτε βρίσκονταν μακριά από την συναίσθηση της πραγματικότητας και ότι πάντοτε ήσαν απελευθερωμένοι από τους καταναγκασμούς της λογικής. Φυσικά όπως είναι σωστό μιλούν πάντοτε περί των εκστατικών καταστάσεων με όρους πολύ παράδοξους. Ο Λάο-Τσέ έλεγε σχετικά ότι: «οι λόγοι της αληθείας φαίνονται να φέρνουν τα πάνω κάτω». Να μην ξεχνάμε όμως ότι υπάρχει και ένας αριθμός μεγάλων μυστικιστών, οι οποίοι απεδείχθησαν με το παραπάνω όχι μόνο ρωμαλέοι ρεαλιστές, αλλά και κυρίαρχοι της λογικής. Πολλές φορές η μυστικιστική σκέψη πήγε χέρι χέρι με την πιο αυστηρή, την πιο εχέφρονα σκέψη, την ορθολογιστική. Από την μεριά μας δεν σκεφτήκαμε ούτε μια στιγμή να θέσουμε εν αμφιβόλω την ύπαρξη κάποιων μυστικιστικών καταστάσεων, αλλά βλέπουμε σε αυτές τις περισσότερες φορές όχι τόσο μια εμπειρία του απολύτου, αλλά περισσότερο μια δημιουργία του ανθρωπίνου πνεύματος. Μνημονεύσαμε προηγουμένως το αίσθημα της άκρας βεβαιότητας, από την οποία οι μυστικιστές συντροφεύονται στις εκστατικές καταστάσεις. Οι μυστικιστές παρουσιάζουν τις καταστάσεις τους σαν να μην σχετίζονται καθόλου με τον κόσμο και την ιστορία. Πρόκειται δηλαδή περί καταστάσεων α-κοσμικών και υπεριστορικών.

Μυστικιστικές εκστάσεις

Ας δούμε τώρα πως γίνεται σύμφωνα τις τρεις μυστικιστικές διδασκαλίες, που συγκρίναμε, η διαδικασία της ενώσεως με τον Θεό. Για τον Βραχμανισμό η μυστικιστική εκστατική πορεία ολοκληρώνεται μέσω της εχέφρονος γνώσεως που διατείνεται ότι ο κόσμος των αισθήσεων είναι απατηλός. Η μυστικιστική πορεία αντιστοιχεί με την απόκτηση της συνείδησης ότι ο άνθρωπος είναι πάντοτε και πριν από όλα ταυτόσημος με τον Θεό. Η κατάσταση της ένωσης είναι διαρκώς πιθανή για τον ασκητή, ο οποίος έχει αποτραβηχθεί από τον κόσμο και δεν ζει παρά μόνον για αυτοσυγκεντρώσεις. Η κατάσταση ένωσης με το θείο είναι για τον βραχμανικό μυστικισμό θεμελιώδης κατάσταση της ύπαρξης, είναι δεδομένη, και καλύπτεται μόνον από ένα πέπλο ηλιθίων αυταπατών. Για τον Νεοπλατωνισμό ο άνθρωπος που ποθεί να ενωθεί με τον Θεό πρέπει από μόνος του να ανέλθει, μέσω προσπαθειών ουσιαστικής κάθαρσης, την κοπιώδη ανάβαση προς το θεϊκό πρότυπο από όπου εξέπεσε. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα με τον Θεό, αλλά ωστόσο μπορεί να επιτύχει μέσω της προσπάθειας, μέσω της πνευματικής άσκησης, σε πολύ σπάνιες στιγμές, την ένωση με τον Θεό. Η κατάσταση ένωσης με το θείο θεωρείται στον Νεοπλατωνισμό σαν μια εξαίρεση, σαν ένας δύσκολος καρπός. Ο μουσουλμάνος μυστικιστής με την σειρά του φαντάζεται ότι εκείνο που τον χωρίζει από τον Θεό είναι μια ατελείωτη πολλαπλότητα «ενδυμάτων», ένα πλήθος από «κελύφη», τα οποία δεν έχουν σχέση με την ουσία της θεότητας και δεν είναι ούτε παρεκκλίσεις ή απορροές από την θεϊκή ουσία, αλλά απλά και καθαρά μια εκ του μηδενός δημιουργία. Αλλά το μυστικιστικό Ισλάμ πιστεύει ωστόσο ότι η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό μπορεί να γίνει πράξη, και συγκεκριμένα, πράξη οφειλόμενη σε ένα «θαύμα», το οποίο ο Θεός ο ίδιος κάνει στον πυρήνα της ανθρώπινης ψυχής, μέσω του φωτισμού. Η μυστικιστική «πυράκτωσις» του ανθρώπινου όντος εκδηλώνεται αυτή την φορά σαν ένα μαγικό θαύμα, σαν κάτι εξαίρετο, θαυμάσιο. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να προετοιμασθεί εν όψει της επίτευξης της μυστικιστικής κατάστασης, αλλά αυτή δεν επιτυγχάνεται μέσω της γνώσης αλλά και ούτε μέσω της προσπάθειας, - απλά αναμένεται σαν ένα θαύμα.

Αλλά η ιδέα του θαύματος είναι αδιαρρήκτως συνδεδεμένη με το αυθαίρετο και απρόβλεπτο της θείας βούλησης. Ένα θαύμα μπορεί να συμβεί οποτεδήποτε, χωρίς να επιδέχεται προγνώσεις και προβλέψεις. Γενικά οι μυστικιστικές καταστάσεις βρίσκουν και στην ισλαμική φιλολογία μια πληθώρα αυθεντικών εκφράσεων από τις πιο δυνατές μάλιστα (μυστικιστές όπως ο Ίμπν Αραμπί, ο Χαλλάγκ, ο Γκιουνάϊντ, αντέχουν σε κάθε σύγκριση υπό οποιαδήποτε μορφή, με τους κορυφαίους μυστικιστές των άλλων πολιτισμών). Για τον αραβικό μυστικισμό μόνον ο Θεός είναι η πραγματική ύπαρξη, επειδή ο κόσμος δεν είναι παρά ένδυμα, και το ένδυμα σαν κάτι που δημιουργήθηκε από το «μηδέν» είναι και αυτό ένα τίποτα. Ο κόσμος δεν αποτελεί από καμία άποψη κάποια προσθήκη στην ουσία του Θεού. Ο κόσμος για τον ισλαμικό μυστικισμό εμφανίζεται από αυτήν την άποψη ως ένα τίποτα, και αυτό είναι πιο ξεκάθαρο ακόμα και από ότι είναι το Maya για τους βραχμάνους στοχαστές. Στην πραγματικότητα το Maya εμφανίζεται ως απατηλή ουσία, σαν εκπεμπόμενο πρόσκαιρα και χάριν παιδειάς από την πραγματική ουσία του Θεού. Για τον ισλαμικό μυστικισμό όμως δεν προστέθηκε τίποτα με την δημιουργία του κόσμου στην ύπαρξη του Θεού, επειδή ο Θεός τον δημιούργησε μόνο ως «ένδυμα» για να φανερωθεί, και όπως δεν προσέθεσε τίποτε στην ουσία του, έτσι ούτε και εκπήγασε τίποτε από την ουσία του. Ο μυστικιστής του Ισλάμ περιγράφοντας την κατάσταση της ένωσης του με τον Θεό, της ατομικής ακύρωσης και της πλήρωσης του από το θείο χρησιμοποιεί τα σύμβολα που προέρχονται από ισλαμική κοσμολογία και μεταφυσική. Η μυστικιστική κατάσταση του ανθρώπου θεωρείται όχι τόσο ως μια ανθρώπινη κατάσταση, αλλά σαν την ίδια την κατάσταση του Θεού, και συγκεκριμένα ως η κατάσταση του Θεού προτού να δημιουργήσει τον κόσμο. Πρόκειται για μια «θρησκευτική νοσταλγία» του πιστού που επιδιώκει να ζήσει πιο έντονα την θεϊκή παρουσία, εκείνη την προ της δημιουργίας. Ο μυστικιστής ελπίζει δηλαδή χάριν ενός θαύματος να βρεθεί στην προ της δημιουργίας θεϊκή κατάσταση. Όπως η κτίση έγινε μέσω ενός θαύματος του Θεού, σαν μια δημιουργία εκ του μηδενός, η μυστικιστική κατάσταση της ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό, δηλαδή της ακύρωσης και αναίρεσης της κτίσης, εμφανίζεται στην πράξη ως ένα αντί-θαύμα. Από ψυχολογικής άποψης θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «φόβο του ρίσκο» της ζωής, ή για μια άρνηση της υπευθυνότητας απέναντι στον κόσμο εκ μέρους του πιστού. Ακόμα το ότι ακολουθώντας αυτόν τον δρόμο οι ισλαμιστές μυστικιστές, σε αντιδιαστολή με την ισλαμική ορθοδοξία και φιλοσοφία, φθάνουν ακολουθώντας αυτή την αντίληψη, σε μια ολοκληρωτική υποτίμηση και απαξίωση του κόσμου είναι προφανές. Ωστόσο δεν πρόκειται για μια πράξη φόβου και ατολμίας. Αντίθετα ο πιστός αναλαμβάνει με θάρρος την βαριά υπευθυνότητα να εγκαταλείψει την βεβαιότητα αυτού του κόσμου και να επιδιώξει να επανέλθει στην προ της δημιουργίας κατάσταση. Να γνωρίσει δηλαδή τον Θεό χωρίς τους κτιστούς «χιτώνες» της φύσης. Πρόκειται για μια επιθυμία της επανεύρεσης της παρουσίας του Θεού, για μια «δίψα για το ιερό και την πραγματική ύπαρξη». Ο πιστός εξέρχεται από το κοσμικό και βρίσκεται σε επαφή με την «αιωνιότητα». Ο μουσουλμάνος μυστικής δηλώνει έτοιμος να αφεθεί στην καλή θέληση του Θεού, ο οποίος από συγκατάβαση παίρνει μορφές κτιστές και πεπερασμένες, ενδύεται χιτώνες, για να φανερωθεί. Ο ισλαμιστής μυστικιστής όμως προτιμά τον Θεό όπως ήταν πριν την δημιουργία. Ο κόσμος μολονότι και αυτός ευρίσκεται «εν αυτώ», δεν έχει καμία απολύτως αξία ή μάλλον έχει «την βαρύτητα του πετάγματος ενός κουνουπιού».

Σύμφωνα με μια τέτοια υποτίμηση του κόσμου δεν αναμένεται τίποτα άλλο από μια ολοκληρωτική φυγή του μουσουλμάνου μυστικιστή από τον κόσμο. Δηλώσαμε όμως από την αρχή ότι το ισλαμικό πνεύμα διέπεται από ισχυρές ακτιβιστικές τάσεις. Πως συμβιβάζεται λοιπόν η υποτίμηση του κόσμου στην οποία φθάνουν οι μουσουλμάνοι μυστικιστές με αυτήν την ενεργητικότητα, με τον ισλαμικό ακτιβισμό; Όποιος μελέτησε τους διάφορους πολιτισμούς της ανθρωπότητας γνωρίζει πόσο παράδοξα είναι πολλές φορές τα πνευματικά φαινόμενα. Έτσι και τώρα βρισκόμαστε για μια ακόμα φορά ενώπιον ενός παρομοίου φαινομένου. Οι μουσουλμάνοι μυστικιστές αρέσκονται σε μια πλήρη απαξίωση του κόσμου ισχυριζόμενοι ότι αυτός δεν έχει ούτε καν «την βαρύτητα του πετάγματος ενός κουνουπιού», ωστόσο δεν φθάνουν σε μια άρνηση του «ακτιβισμού» αλλά το ακριβώς αντίθετο. Οι Βραχμάνοι αρνούμενοι την αξία του κόσμου και της ζωής εξάγουν ένα αρνητικό ηθικό συμπέρασμα, προς όφελος της μη δράσης: αποσύρονται από τον κόσμο. Οι Νεοπλατωνικοί υποβιβάζοντας το σώμα, φθάνουν, με ένα καθαρά ελληνικό πνεύμα, σε ένα ιδεώδες πνευματικής αυτό-τελειοποίησης. Ο ισλαμικός μυστικισμός όμως προτείνει ένα άλλο ιδεώδες: εκείνο της ηρωικής γενναιοψυχίας. Μολονότι ο κόσμος και τα αγαθά του δεν αξίζουν ούτε όσο το πέταγμα ενός κουνουπιού, πρέπει ωστόσο να θυσιαστείς για τους άλλους, και χωρίς καμία ικανοποίηση να δώσεις ακόμα και την ζωή σου. Η πιο υψηλή έκφραση και συνέπεια ηθικής φύσης της μυστικιστικής κατάστασης είναι λοιπόν για το Ισλάμ η ηρωική γενναιότητα. Το αξίωμα της ηρωικής γενναιότητας προς χάριν του οποίου συνηγορεί ο ισλαμικός μυστικισμός ευρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τον χαρακτηριστικό ακτιβισμό του ισλαμικού πνεύματος, διαχωρίζοντας τον σαφώς, κυρίως, από τις πιετιστικές τάσεις των περισσοτέρων άλλων μυστικισμών. Ο Βραχμάνος αποσύρεται από τον κόσμο. Ο Βουδιστής πλημμυρίζει από το μεταφυσικό κενό. Ο Λάο- Τσε προτείνει την μη δράση και την ενσωμάτωση στους κανόνες της Φύσης. Ο Νεοπλατωνικός ασχολείται με την πνευματική του τελείωση. Ο μουσουλμάνος μυστικιστής επιζητεί να θυσιασθεί ηρωικά για τους άλλους. Ο ισλαμικός μυστικισμός συμβάλλει έτσι και αυτός στην δημιουργία του ανάγλυφου της θρησκευτικότητας του Ισλάμ προσθέτοντας και εκείνος το δικό του ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Σε γενικές γραμμές η μουσουλμανική θρησκευτικότητα ξεχωρίζει περισσότερο μέσω της λογικής της φαντασίας, τροφοδοτούμενη από μια ομόθυμη παρουσία του θαύματος. Η εφευρετική λογική της μουσουλμανικής θρησκευτικότητας διαφέρει πολύ από την οργανική λογική του Λάο-Τσε, από την απλουστευμένη μνημειώδη λογική του παρσισμού, από την κλασική λογική των Ελλήνων, όπως και από την ασκητική λογική των Ινδών. Κάτι τέτοιο ήταν πολύ φυσικό να συμβεί λόγω του ότι το Ισλάμ αναπτύχθηκε σε ένα ιδιαίτερο περιβάλλον που την προίκισε με μια ξεχωριστή ιδιομορφία και παρ' όλες τις επιδράσεις που κατά καιρούς δέχθηκε, κατάφερε να χαράξει τη δική του, ιδιαίτερη, «μυστικιστική οδό». Καταλήγοντας λοιπόν την εξέταση του μυστικισμού του Ισλάμ φθάνουμε στο συμπέρασμα ότι κανένας μυστικισμός δεν είναι ίδιος με τον άλλον αλλά αντίθετα ο καθένας επηρεάζεται κατά την γέννηση και την ανάπτυξή του από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην οποία αναφύεται.

το άρθρο ανήκει στον διδάκτορα του τομέα της ιστορίας και φιλοσοφίας των θρησκειών, κ Τσοπάνη Κων/νο
Διαβάστε περισσότερα

Delete this element to display blogger navbar

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
 
Powered by alito v2 2013